EV068.18 Α mirror to reflect myself upon: Ένας καθρέφτης για να κοιταχτώ




O Christian Norberg-Schulz αναφέρει για την έννοια του τόπου: “Με τη λέξη -τόπος- οπωσδήποτε εννοούμε κάτι περισσότερο από μια αφηρημένη τοποθεσία. Εννοούμε ένα σύνολο που απαρτίζεται από συγκεκριμένα πράγματα με υλική υπόσταση, σχήμα, υφή και χρώμα. Μαζί, όλα αυτά τα πράγματα καθορίζουν τον “περιβαλλοντικό χαρακτήρα”, που είναι η ουσία ενός τόπου. Γενικά, ένας τόπος παρουσιάζεται ως ένα σύνολο που αναδίδει ένα χαρακτήρα ή ατμόσφαιρα.” (Christian Norberg-Schulz, Genius Loci, Towards a Phenomenology of Architecture, Rizzoli International Publications,Inc,1980, σ.9)

Στo TAF/ the art foundation, έλαβε χώρα από 1 έως 18 Νοεμβρίου, η ομαδική έκθεση ''Ένας καθρέπτης για να κοιταχτώ'', σε επιμέλεια της Αγγελικής Δουβέρη, Εικαστικού, εμπνεύστριας και διευθύντριας του artAmari Residency. Ο τόπος αναφοράς της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, ήταν το Αμάρι. Πρόκειται για τον μοναδικό Δήμο του Νομού Ρεθύμνου, που δεν έχει πρόσβαση στη θάλασσα. Είναι ορεινό μέρος και οι Αμαριώτες ορεσίβιοι. Καλλιεργούν ελιές και έχουν κατσίκια και πρόβατα. Ο τουρισμός που έχει αλλοιώσει τα παράλια, δεν περνάει από εκεί, καθώς για να φτάσει σε νότιες παραλίες υπάρχουν ευκολότεροι δρόμοι. Η πραγματικότητα αυτή έχει διαφυλάξει το χρώμα του τόπου, τις ασχολίες, τις συνήθειες, το ακατέργαστο αλλά όχι άγριο βλέμμα των ανθρώπων.

Οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες, Ruth Weigand, Στέλλα Δρυγιαννάκη, Μανώλης Ζαχαριουδάκης, Ιωάννα Ξημέρη, G.Acebo/M.Mangani, Παναγιώτης Βούλγαρης, Αγγελική Δουβέρη, Δήμητρα Μαλταμπέ, Λία Πέτρου, Hadas Tapouchi, Ivana Ivkovic, Paz de la Calzada, El Ka, Lorenzo Bruschini, Ana Lucia Mariz, Jennie Booth, Gonzalo Paramo, Blanka Amezkua, κατέστησαν την περιοχή επίκεντρο της εικαστικής δημιουργίας τους, επιβεβαιώνοντας την άποψη πως μια γεωγραφική επιλογή συνεπάγεται και μια πολιτιστική και κοινωνική επιλογή. Το τοπικό ενώθηκε με το εθνικό στοιχείο του εκάστοτε καλλιτέχνη για να ακολουθήσει το δρόμο προς το παγκόσμιο. Σύμφωνα με την Βασιλική Βαγενού, Ιστορικό τέχνης, “η υψηλή ποιότητα των έργων που δημιουργήθηκαν in situ από τους καλλιτέχνες και η μοναδική εμπειρία της προσωπικής επαφής τους και των έργων τους με τους κατοίκους και επισκέπτες του ιστορικού Αμαρίου αποτελούν όχι μόνο μια επιβεβαίωση της σημαντικότητας της σύγχρονης τέχνης, αλλά και ένα ισχυρό αντίδοτο στο παρακμιακό κατεστημένο. Αυτού του είδους η τέχνη, που γεννιέται στην περιφέρεια από τη διάδραση και αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών εκκινήσεων και καταβολών, μπορεί να δράσει ανανεωτικά στη σύγχρονη εικαστική έκφραση, ακόμα και να προκαλέσει μετωπιαία σύγκρουση με αυτό που επιβάλλεται σήμερα στην τέχνη, αισθητικά, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, μέσω συγκεκριμένων παγκοσμιοποιημένων συστημάτων προώθησης και εξουσίας της τέχνης. Από την αρχή ως το τέλος της λειτουργίας του, το artAmari Residency επιβίωσε από όλες τις αντιξοότητες που αντιμετώπισε λόγω έλλειψης της αρμόζουσας στήριξης δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό, δεδομένης- σε παρόμοια εικαστικά εγχειρήματα στην ελληνική περιφέρεια και όχι μόνο.”

Η Blanka Amezkua εγκαινίασε το residency με μία σειρά από έργα σε χαρτί/ σπουδές στο αρχιτεκτονικό τοπίο και μια δεύτερη σειρά από εφήμερες εγκαταστάσεις από ελαφρά υλικά, όπως νήματα και καλαμάκια. Την ενδιαφέρει η ανάδειξη των γωνιών στο χώρο, την οποία τονίζει με το ίδιο της το σώμα μέσα από φωτογραφική καταγραφή. Άντλησε έμπνευση από μια Βυζαντινή κεραμική τεχνική και από το τοπίο και τα ίχνη εγκατάλειψης.

Η Blanka Amezkua, φορώντας μια μάσκα παλαιστή, σύμφωνα με τις μεξικάνικες παραδόσεις της πυγμαχίας, στην οποία έχει παρέμβει εικαστικά, όταν κάνει δράσεις στο δημόσιο χώρο.
Ο Gonzalo Paramo είναι ένας καλλιτέχνης απόλυτα εξοικειωμένος με τη φύση και παράλληλα συστηματικός σαν επιστημονικός ερευνητής. Δούλεψε βασισμένος στις φόρμες των παραδοσιακών εργαλείων, όπως στο συλλέκτη λαδιού, που μπορεί να παραπέμπει σε μήτρα ή αρχέγονο σύμβολο. Παρακάμπτοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπισε σε σχέση με τα υλικά, χρησιμοποίησε τη χαρακτική σε ξύλο για να δημιουργήσει έργα που είχαν διπλές αναφορές, αλλά και σπονδυλωτά έργα βασισμένα στους αριθμούς Φιμπονάτσι.

Η Jennie Booth καταπιάνεται στο σύνολο του έργου της με την σκοτεινή ύλη του σύμπαντος, την οποία απεικονίζει στη ζωγραφική και τη γλυπτική της ως μια μαύρη φιγούρα. Στο έργο όπου απεικονίζεται -σουρεαλιστικά υπερμεγέθης- η βλάστηση του Αμαρίου τυλίγει αυτή τη φιγούρα ενώ παράλληλα ανθρώπινοι εγκέφαλοι βρίσκονται διάσπαρτοι στο φανταστικό τοπίο σε μια αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης και της επίδρασης της άμεσης επαφής με τη φύση.
  
Η Ana Lucia Mariz είναι φωτογράφος. Το ενδιαφέρον της στράφηκε από την αρχή της διαμονής της στους Μινωικούς οικισμούς της περιοχής αλλά και στη σύγχρονη ζωή των χωρικών και ιδιαίτερα των βοσκών. Το αποτέλεσμα της δουλειάς ήταν τόσο μια σειρά από φωτογραφίες στο βουνό αλλά και μια σειρά από κεντήματα εμπνευσμένα από τα Μινωικά ευρήματα. Αφορμή για αυτό στάθηκε μια ντόπια κυρία που έβλεπε η Άνα να κεντά κάθε απόγευμα. Έτσι άρχισε να μεταφέρει στοιχεία από φωτογραφίες σε σχέδιο και έπειτα στο ύφασμα, διευρύνοντας τα εκφραστικά της μέσα μέσω της εμπειρίας της στο artAmari.

Ο  Lorenzo Bruschini έχει μια ιδιαίτερη σχέση με την Ελληνική Μυθολογία. Το πρότζεκτ του “Ταξίδι στην Ιεράπετρα” αφορούσε στην εμπειρία και την αποτύπωση της πορείας του από τη Ρώμη μέχρι την Ιεράπετρα με ενδιάμεσες στάσεις σημαντικές πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, όπως η Θήβα και οι Δελφοί και τη διαμονή του στο Αμάρι, ένα τόπο, κατ’αυτόν, Διονυσιακό. Το βιβλίο εκτυπώθηκε σε περιορισμένα αντίτυπα υπό τη μορφή 57 καρτών, 12 από τις οποίες παρουσιάζονται στην έκθεση.

Το εικαστικό δίδυμο El Ka ταξιδεύει με γνώμονα το ελάχιστο περιβαλλοντικό αποτύπωμα σε όλες τους της δραστηρίοτητες και μέσα σε αυτό το σκεπτικό δημιουργούν το πρότζεκτ Flying Sculptures. Πεταμένα, άχρηστα υλικά που βρίσκουν στο δρόμο τους, τα εκσφενδονίζουν στον αέρα για τη δημιουργία στιγμιαίων, τυχαίων γλυπτών με φόντο χαρακτηριστικά σημεία των τόπων που επισκέπτονται. Εδώ είναι τελάρα από κυψέλες μελισσών και πίσω ο Ψηλορείτης.

To εικαστικό δίδυμο Εl Ka, πειραματίζεται με το προτζεκτ Flying Sculptures.
Η Paz de la Calzada αντιμετωπίζει το λαβύρινθο ως μία εμπειρία εσωτερικής αναζήτησης και γαλήνης. Σχεδιάζει ιδιότυπους λαβυρίνθους, τους οποίους κατασκευάζει σε φυσική κλίμακα στο χώρο, πολλές φορές από επαναχρησιμοποιημένη μοκέτα, σε μουσεία, πανεπιστήμια ή ναούς. Ζητούμενό της είναι οι λαβύρινθοι να περπατιούνται από τους επισκέπτες προσφέροντας την εμπειρία της αυτοσυγκέντρωσης ή ακόμη και του παιχνιδιού. Στην Κρήτη ήρθε να γνωρίσει τον πολιτισμό που τους επινόησε και έφτιαξε ένα λαβύρινθο από πέτρες στο κλασσικό Μινωικό σχέδιο. Η διαδικασία ήταν πολύ απαιτητική και επίπονη σωματικά σε αντίθεση με την απεικόνισή της με μολύβι στο εύθραυστο σχέδιο που προσέφερε στο residency.

Ο λαβύρινθος της Paz de la Calzada.
Η Ivana Ivkovic χρησιμοποιεί λαογραφικά στοιχεία καθώς και το γραπτό λόγο για τις in situ εγκαταστάσεις της. Με σημείο αναφοράς τα Βυζαντινά μνημεία δημιούργησε τη σειρά Fire, που περιλάμβανε χειρόγραφες επιγραφές και τοπικά υφαντά που δανείστηκε από ντόπιες νοικοκυρές. Η εγκατάσταση που απεικονίζεται συμβολίζει με κάθε υφαντό και μια εστία φωτιάς. Είναι ένας φόρος τιμής στους ντόπιους που θυσιάστηκαν κατά την επανάσταση του 1866 στην έκρηξη της μπαρουταποθήκης στη Μονή Αρκαδίου αλλά και μια αναφορά στην έντονη προσωπικότητα των Κρητών.

 Ivana Ivkovic, ψηφιακή εκτύπωση.
Η φωτογράφος Hadas Tapouchi είχε ξεκινήσει στο Βερολίνο μια ιστορική έρευνα σχετικά με τις βιομηχανίες που χρησιμοποιούσαν αιχμαλώτους πολέμου ως εργατικό δυναμικό κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η έρευνα πάνω στην ιστορική μνήμη συνεχίζεται σε διαφορετικά μέρη της Ευρώπης με τη φωτογράφηση των τότε μαρτυρικών τόπων στη σημερινή τους κατάσταση. Στη Κρήτη επικεντρώθηκε στα χωριά του όρους Κέντρος στο Αμάρι, τα οποία κάηκαν και οι κάτοικοί τους εκτελέστηκαν ως αντίποινα για την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε και φωτογράφησε όχι απαραίτητα τα μνημεία, αλλά τα πραγματικά σημεία εκτέλεσής τους.

Ο Παναγιώτης Βούλγαρης θέλησε να επουλώσει συμβολικά το ιστορικό τραύμα της ανατίναξης της πυριτιδαποθήκης στη Μονή Αρκαδίου το 1866 πραγματοποιώντας μια εφήμερη αποκατάσταση σε ένα τεχνητό όρυγμα στο έδαφος το οποίο γέμισε με αγκάθια και αγριολούλουδα που έχουν συλλεχθεί από την φύση που περιβάλλει το Μοναστήρι και με το έργο που δώρισε αργότερα στη συλλογή του residency. Παράλληλα δημιούργησε ένα διευρυμένο πλέγμα εφήμερων έργων που απλώθηκε σαν ένας χάρτης από θραύσματα της έκρηξης με άξονα το μοναστήρι προς τη γύρω περιοχή και ορίζεται από μικρές και μεγαλύτερες παρεμβάσεις στην ίδια λογική της σήμανσης, της αποκατάστασης και της επούλωσης.

Μια από τις εγκαταστάσεις του Παναγιώτη Βούλγαρη. 
Η Αγγελική Δουβέρη για τα 150 χρόνια από την Κρητική Επανάσταση, χρησιμοποίησε την εικόνα του προ-προ-πάππου της, η οποία βρίσκεται στην αίθουσα με τους οπλαρχηγούς στη Μονή  Αρκαδίου. Ο τίτλος της περφόρμανς 4 Γενεές αναφέρεται στην γενεαλογική απόστασή της από τον εικονιζόμενο και παρουσιάστηκε συμβολικά ως πραγματική απόσταση 4 βημάτων ανάμεσα σε κάθε αποτύπωμά της μορφής του στο πλακόστρωτο της Μονής. Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε ήταν νερό. Έτσι η μορφή σβήνει όσο προχωράει η δράση, δημιουργώντας προβληματισμό για τις ρίζες, τη μνήμη αλλά και την αντίληψη για το παρελθόν, ατομικό και συλλογικό.

4 Γενεές, της Αγγελικής Δουβέρη.
Η Δήμητρα Μαλταμπέ βρίσκει πολύ ενδιαφέρουσα τη διττότητα του αλατιού σαν υλικό. Το αλάτι συντηρεί ή καταστρέφει, ισορροπώντας πάνω σε ένα λεπτό όριο που έχει να κάνει με την έννοια του μέτρου. Το χρησιμοποιεί για να διατηρήσει συμβολικά τα υλικά που έχει συλλέξει από το φυσικό περιβάλλον ως απτή μνήμη του. Στο συγκεκριμένο έργο-αναφορά στην εγκατάσταση in situ μέσα σε ένα μοναχικό κελί στη Μονή Αρκαδίου για τα 150 χρόνια από την ιστορική ανατίναξη- έχει φυλάξει ένα απολίθωμα και ένα μικρό κλαδί από την περιοχή, μεταφέροντας κυριολεκτικά τον τόπο και την ιστορία του όπου βρίσκεται το έργο.

Η Λία Πέτρου βασίστηκε σε ένα γραμματόσημο που τυπώθηκε το 1966 για την εκατονταετηρίδα από την Κρητική Επανάσταση για να δημιουργήσει μια διαδραστική performative παρέμβαση άλλα 50 χρόνια αργότερα. 150 επισκέπτες στη Μονή Αρκαδίου, ένας για κάθε έτος από το Ολοκαύτωμα, συμμετείχαν αποτυπώνοντας με καρμπόν την εικόνα του γραμματοσήμου σε μέγεθος καρτ ποστάλ, δημιουργώντας παρόλα αυτά 150 πολύ διαφορετικά έργα και τονίζοντας έτσι τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου και την αξία της ανθρώπινης ζωής.

G.Acebo/M.Mangani, δάσκαλος και μαθητής κατά το παρελθόν, συνεργάστηκαν για πρώτη φορά στο πρότζεκτ Ordenes το οποίο αναφέρεται στην τάξη, την τακτοποίηση, το συμμάζεμα, ωθούμενοι από την έκπληξή τους στο θέαμα της γενικότερης εγκατάλειψης κυρίως των κτιρίων. Κινήθηκαν στους χώρους της Μονής Ασωμάτων, όπου ταξινομώντας αποκλειστικά υλικά που βρίσκονταν εκεί, δημιούργησαν μια σειρά από εφήμερες εγκαταστάσεις εν είδει εικαστικών ασκήσεων πάνω στη φόρμα, τη σύνθεση, τον όγκο κτλ. θέλοντας να υποδείξουν την εγκατάλειψη ως πολιτική απόφαση.

Η Στέλλα Δρυγιαννάκη εφαρμόζει τεχνικές υφαντικής και ραπτικής στα περίτεχνα πορτραίτα της. Στην έκθεση παρουσιάζει μια λεπτομέρεια από ένα μεγάλων διαστάσεων έργο τρισδιάστατου φροτάζ που είχε φτιάξει στη διάρκεια του residency. Η μηχανή ενός εγκαταλελειμμένου τρακτέρ στις εγκαταστάσεις της πάλαι ποτέ ακμάζουσας Γεωργικής Σχολής Ασωμάτων επισημαίνει την απαξίωση και εξαθλίωση του πρωτογενή τομέα σε ένα τόπο όπου παρά τις δυσκολίες του ανάγλυφου του εδάφους παράγει προϊόντα μοναδικής ποιότητας.

Ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης εργάζεται με φυσικά υλικά από το άμεσο περιβάλλον του και πειραματίζεται πάνω σε παραδοσιακές τεχνικές όπως ο αργαλειός και η καλαθοπλεκτική. Δημιούργησε από κλαδιά ένα γεωδαισικό τρούλο τον οποίο τοποθέτησε στη βάση μιας παλιάς κρήνης στο προαύλιο της Μονής Ασωμάτων, συνομιλώντας έτσι με τον τρούλο της εκκλησίας. Το έργο της συλλογής είναι μια σπουδή πάνω στο in situ έργο, μια ελεύθερη προσέγγιση της κατασκευής αυτής πάνω σε χειροποίητο σοβά.

Η Ιωάννα Ξημέρη δούλεψε πρώτη φορά έξω από το εργαστήριό της, όπου συνήθως χρησιμοποιεί χαρτί και κοπίδι. Δημιούργησε ένα μεγάλων διαστάσεων έργο in situ, πάνω στην ιδέα του άυλου, του ασώματου, όπως εξάλλου ονομάζεται η Μονή στο προαύλιο της οποίας δούλεψε. Απεικόνισε μια φαντασιακή προβολή του καμπαναριού της εκκλησίας στο έδαφος, αφαιρώντας τη βλάστηση στα σκιερά μέρη της σύνθεσης. Το έργο της συλλογής απεικονίζει το φυτό του Αθάνατου, ονομασία που συνδέεται με την ιδέα της αρχικής εγκατάστασης και είναι χαρακτηριστικό φυτό της Κρητικής γης.

Η Ιωάννα Ξημέρη, κατά τη δημιουργία μιας φαντασιακής προβολής του καμπαναριού της εκκλησίας.
Η εικαστική ματιά της Ruth Weigand εστιάζει σε φυσικά ευρήματα, τα οποία απομονώνει και αναδεικνύει, δουλεύοντας πάνω σε αυτά φωτογραφικά, σχεδιαστικά ή γλυπτικά. Αναζητώντας το αποσπασματικό και το αφηρημένο στη φύση, διαδοχικά αφαιρεί και επανεντάσσει στοιχεία κατά τη διαδικασία, εντέλει, κατασκευής ενός σύγχρονου παλίμψηστου. Η φλούδα από τους κορμούς των ευκαλύπτων στην περιοχή, ήταν το πρώτο στοιχείο το οποίο επεξεργάστηκε δημιουργώντας αυτή τη φωτογραφική σειρά.

Η Ruth Weigand, κατά τη διάρκεια επεξεργασίας της φλούδας των κορμών των Ευκαλύπτων.

*Ρεπορτάζ από τη Χαρά Χαρατσάρη*