Ε116.18 Το δημόσιο κτήριο στη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική | Ο χαρακτήρας του δημόσιου κτηρίου διοίκησης


Ερευνητική Εργασία: Το δημόσιο κτήριο στη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική | Ο χαρακτήρας του δημόσιου κτηρίου διοίκησης
Φοιτήτριες: Κουρουπάκη Μαλαματένια, Φασουλιώτη Κλάρα
Επιβλέποντες Καθηγητές: Αμερικάνου Ελένη, Πάνος-Λουκάς Εξαρχόπουλος, Γιώργος Παπαγιαννόπουλος

Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης | Ιούνιος 2018

Αντικείμενο Έρευνας

Το κυρίαρχο θέμα των αναζητήσεών μας θα μπορούσαμε να το συνοψίσουμε στο ερώτημά μας για το ποιός είναι ο χαρακτήρας του δημοσίου κτιρίου διοίκησης στη μεταπολεμική Ελλάδα. Θα ήταν σκόπιμο, αλλά και απαραίτητο να ορίσουμε, από την αρχή, όσο το δυνατόν με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιβάλλον στο οποίο θα κινηθούν οι αναλύσεις μας. Τα προσδιοριστικά στοιχεία αυτής της ενέργειας είναι σίγουρα ο τόπος, ο χρόνος αλλά και ο τρόπος.
Τα στοιχεία προσδιορισμού καθορίζονται και από τις λέξεις στον τίτλο του θέματος «Το δημόσιο κτίριο στη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική». Ως «δημόσια κτίρια» θεωρούνται κτίρια διαφόρων λειτουργιών, οι εσωτερικοί χώροι των οποίων στεγάζουν δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς, ιδρύματα κ.α., όπου καθημερινά εξυπηρετείται το κοινωνικό σύνολο στο πλαίσιο μίας ευνομούμενης πολιτείας. 

Τα κτίρια αυτά, από νομικής πλευράς, διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, οι οποίες παρέχουν:
(α) τα μέσα παροχικής διοίκησης, όπου υπάγονται νοσοκομεία, γυμναστήρια, πανεπιστήμια, θέατρα, μουσεία, εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών, κ.α.,
(β) τα μέσα εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, αυτάδηλαδή που αποτελούν τη λεγόμενη στρατιωτική δημόσια κτήση (όπως στρατόπεδα, αεροδρόμια κ.α.) και,
(γ) τα μέσα στέγασης και λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών, που αφορούν ακίνητο και κυρίως κινητό εξοπλισμό υπηρεσιών.

Πιο συγκεκριμένα, μελετώνται έργα που βρίσκονται στον Ελλαδικό χώρο, στα αστικά κέντρα αλλά και στην περιφέρεια, όχι όμως απαραίτητα σχεδιασμένα από Έλληνες αρχιτέκτονες. Η αναζήτηση ξεκινάει από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, επικεντρώνεται όμως στη μεταπολεμική περίοδο (μετά το 1950) καθώς τότε παρατηρείται και η μεγαλύτερη παραγωγή κτιρίων για δημόσια χρήση στην Ελλάδα. Καταλήγει στο τέλος του 20ου αιώνα και όχι στο σήμερα, διότι στόχος μας είναι η παρουσίαση κτιρίων που έχουν κριθεί και δοκιμαστεί στο πέρασμα του χρόνου

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της εργασίας μας θα εστιάσουμε σε μια πιο συγκεκριμένη κατηγορία κτιρίων, τα λεγόμενα «κτίρια εξουσίας», δηλαδή κτίρια δημόσιας διοίκησης και δικαιοσύνης. Πιο συγκεκριμένα, τα κτίρια αυτά είναι δημαρχιακά μέγαρα, νομαρχιακά μέγαρα, υπουργεία, κτίρια πρεσβείας και δικαστικά μέγαρα.

Αφορμή

Αφορμή για τη συγκεκριμένη διάλεξη αποτέλεσαν τα παρακάτω λόγια του αρχιτέκτονα Τάσου Μπίρη:

«Νομίζω ότι το πρόβλημα ξεκινά από το ότι ο πολίτης στον τόπο μας -a priori- δεν θεωρεί ότι του ανήκει ο δημόσιος χώρος. Δεν τον διεκδικεί ως δικό του, ούτε τον χρησιμοποιεί ως τέτοιο. Αντιθέτως, τον αντιμάχεται και τον αντιπαθεί. Δυστυχώς αυτό έχει διδαχθεί να κάνει. Έτσι, τον θεωρεί συνήθως, άγνωστο, εχθρικό “μη τόπο”. Και τούτο επιτείνεται από το ότι είναι συχνά άσχημος αρχιτεκτονικά και μη-λειτουργικός, αλλά και παρατημένος, ξεχασμένος από την Πολιτεία».[1]

Δυστυχώς, στην Ελλάδα, δηλαδή στη χώρα όπου γεννήθηκε το πολίτευμα της δημοκρατίας και όπου η εξουσία πηγάζει από το λαό, ο πολίτης δεν διεκδικεί τα κτίρια δημόσιας χρήσης – κτίρια που εξυπηρετούν τις ανάγκες και τα συμφέροντά του λαού- ως δικά του, με αποτέλεσμα να αποτελούν τις περισσότερες φορές αποκλειστικά σύμβολα της συμμετοχής του στην περιφερειακή διοίκηση. Για το λόγο αυτό η παρούσα διάλεξη ασχολείται με την αναζήτηση και τη μελέτη παραδειγματικών έργων δημόσιων κτιρίων εξουσίας και τον εντοπισμό αρχιτεκτονικών στοιχείων και ιδεών που τον παροτρύνουν ή τον αποτρέπουν να είναι αυτό που ονομάζουμε «ενεργό πολίτη», μέσα από τη χρήση του κτιρίου εκφράζοντας τη δύναμη και τη δυναμικότητα του ως ατομική και συλλογική οντότητα, ρυθμίζοντας τα της ζωής και του χώρου του.

Διάρθρωση εργασίας

Η έρευνά μας βασίστηκε στην παρατήρηση και στην μελέτη παραδειγματικών έργων κτιρίων εξουσίας, που το καθένα με τον τρόπο του διαπραγματεύεται το ζήτημα του δημόσιου χαρακτήρα, καθώς και στη σχετική βιβλιογραφία.

Η έργασία μας διαρθρώνεται ως εξής :

Το πρώτο κεφάλαιο της διάλεξής μας αποτελεί μια ιστορική αναδρομή που αναφέρεται στα δημόσια κτίρια της χώρας μας από το 1827 μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα και μέσα από την οποία σκιαγραφούνται και αναλύονται οι διαδοχικές περίοδοι της αρχιτετονικής στην νεότερη Ελλάδα.

Το δεύτερο κεφάλαιο αποτελεί προσπάθεια να αναλυθεί και να γίνει κατανοητή η έννοια του δημόσιου. Παρουσιάζονται επιλεκτικά ορισμοί φιλοσόφων σχετικά με τις έννοιες δημόσιο και ιδιωτικό, όπως η Hanna Arendt και ο Richard Sennet, οι οποίοι μελετούν το συγκεκριμένο δίπολο μέσα από πολιτικό και φιλοσοφικό πρίσμα. Στη συνέχεια αναλύονται τα γενικά χαρακτηριστικά ένός δημόσιου χώρου όπως έχουν αναλυθεί στους σύγχρονους ορισμούς των λεξικών. Όμως, μέσα από την μελέτη και την παρατήρηση των κτιρίων που πραγματοποιήσαμε, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει μια απόλυτη - τελική προσέγγιση του δημόσιου κτιρίου, αλλά μια πιο προσωπική. Εξάλλου, όπως υποστηρίζεται στην παρούσα ερευνητική εργασία η έννοια του δημόσιου κτιρίου εξαρτάται και από την εκάστοτε προσέγγιση με την οποία γίνεται αντιληπτό. Ο κάθε μελετητής προσπαθώντας να μεταδώσει τον τρόπο σκέψης του δημιουργεί διαφορετικά εργαλεία ανάλυσης. Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα κτίρια εξουσίας καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο δημόσιος χαρακτήρας τους επηρεάζεται τόσο από την πόλη ή το περιβάλλον μέσα στο οποίο εντάσσονται όσο και από τους χρήστες τους.

Στο τρίτο κεφάλαιο περιγράφεται η σχέση του δημόσιου κτιρίου με την πόλη. Τα δημόσια κτίρια έχουν μοναδιαία ύπαρξη στον ιστό της πόλης και λειτουργούν ως πόλοι δημόσιας έκφρασης μέσα σε αυτήν. Αντιπροσωπεύουν τις ενεργές κοινωνικές λειτουργίες της, αποτελούν την γενεσιουργό αιτία ύπαρξης της και η συμβολή τους είναι καθοριστική στη σύνθεση του αστικού τοπίου. Στην συνέχεια, αναλύονται οι παράγοντες που κατά την κρίση μας επηρεάζουν αυτην την σχέση, όπως η θέση του δημόσιου κτιρίου μέσα στον πολεοδομικό ιστό ή έξω από αυτόν, η διαμόρφωση της ισόγειας ζώνης του, η ύπαρξη ή η απουσία κεντρικού αιθρίου και ο σχεδιασμό των όψεών του.

Στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύεται η σχέση του δημόσιου κτιρίου σε σχέση με τον άνθρωπο. Η δημόσια αρχιτεκτονική έρχεται σε άμεση επαφή με την ανθρώπινη δράση, δεν μπορεί να υπάρξει μόνη της, υπάρχει πάντα σε σχέση με τους ανθρώπους που έρχονται σε επαφή με αυτήν. Το δημόσιο κτίριο οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο. Ο κάθε αρχιτέκτονας σε κάθε βήμα της συνθετικής διαδικασίας, πρέπει να ορίζει τον άνθρωπο ως κέντρο αναφοράς. Ο ανθρωποκεντρισμός του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού έγκειται στο γεγονός, ότι προέρχεται από τον άνθρωπο και απευθύνεται στον άνθρωπο. Για να εξασφαλισθεί μια καλύτερη σχέση ανάμεσα στο κτίριο και στον άνθρωπο που έρχεται σε επαφή μαζί του αναδείξαμε και αναλύσαμε ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως η προσπελασιμότητα του κτιρίου, οι πρόσθετες χρήσεις του, η ύπαρξη ή η απουσία χώρων που καλύπτουν τις κοινωνικές ανάγκες των χρηστών και το αίσθημα της οικειότητας που πηγάζει από το δημόσιο κτίριο.

Το πέμπτο κεφάλαιο της διάλεξής μας αποτελεί μια επιλεκτική παρουσίαση συγκεκριμένων παραδειγμάτων. Η επιλογή αυτή έγινε γιατί θεωρούμε πως αποτελούν τα σημαντικότερα και βασικότερα παραδείγματα που πρέπει να ληθφούν υπ’ όψιν όταν αναφερόμαστε στα κτίρια εξουσίας στην Νεοελληνική αρχιτεκτονική και γιατί συγκεντρώνουν ταυτόχρονα πολλά από τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω τονώνοντας έτσι τον δημόσιο χαρακτήρα τους.

Τέλος, από τη σύνθεση των παραπάνω διεξάγονται ορισμένα βασικά συμπεράσματα: η βελτίωση της εικόνας και της λειτουργίας του δημόσιου κτιρίου είναι ικανή να παρασύρει, να ενθαρρύνει τους πολίτες να εμπλακούν, να δραστηριοποιηθούν εντός του, γεγονός που θα τόνωνε τη ζωτικότητα και την ενέργεια του πεδίου και θα ενίσχυε το ρόλο του ως φορέα δημόσιας ζωής. Στην κατεύθυνση αυτή ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός σε συνεργασία και με άλλα επιστημονικά πεδία (τεχνολογία, κοινωνικές επιστήμες) μπορεί να γεννήσει ιδέες και να παράγει έργο που θα μεταμορφώσει την εικόνα και θα αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον του κοινού για ένα σχηματισμό τόσο παλιό και τόσο σημαντικό για τη ζωή της πόλης και των πολιτών της, δηλαδή για το δημόσιο κτίριο.


                



[1] Σε συνέντευξη στον δημοσιογράφο Σταμάτη Μαυροειδή για το “Νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης”, Εφημερίδα “Η Αυγή”, 01/11/2009.