210.14 Το δώμα ως νέο έδαφος

Το δώμα ως νέο έδαφος
Επανασχεδιάζοντας την πλατεία Ελευθερίας (Κουμουνδούρου).
Φοιτήτριες: Ελένη Βαγιανού, Κυριακή Παπαθανασοπούλου
Επιβλέπων καθηγητής: Γιάννης Αίσωπος
Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Πατρών
Ημερομηνία παρουσίασης: Οκτώβριος 2014


Με αφετηρία την επιθυμία εξερεύνησης και αποκρυπτογράφησης των ξεχασμένων δωμάτων της σύγχρονης πολυκατοικίας, διερευνάμε δυνατότητες ενεργοποίησης και ένταξής τους σε αστικές δομές της ζωντανής, «κάτω» πόλης. Πώς θα ήταν αν οι ένοικοι μιας πολυκατοικίας εξέφραζαν επιθυμίες σε έναν κοινό τόπο, πάνω από αυτήν; Και πώς αυτοί, οι εν δυνάμει, κοινόχρηστοι χώροι, μπορούν να οργανώσουν και τελικά, να επεκτείνουν ψηλά μια δημόσια πλατεία;


Επιλέγουμε την πλατεία Ελευθερίας (Κουμουνδούρου). Παρά την κοντινή της απόσταση από σημαντικά τοπόσημα και χώρους βιωματικής μνήμης και την σχετικά πρόσφατη ανάπλασή της ενόψει των Ολυμπιακών αγώνων, πρόκειται σήμερα για μια πλατεία απομονωμένη και απροσπέλαστη, χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα. Το βασικότερο χαρακτηριστικό της αποτελεί η πολυπολιτισμικότητα και η έντονη κοινωνική της ανομοιογένεια που μας οδηγούν στην ανάγκη επανερμηνείας του δημόσιου χώρου της, σαν ένα σύνολο υποχώρων σε δύο παράλληλα επίπεδα: το έδαφός της και τα δώματα περιμετρικών πολυκατοικιών.

Σενάριο
Εντοπίζουμε στην πλατεία συγκεκριμένα λανθάνοντα χαρακτηριστικά στοιχεία: Τη Δημοτική Πινακοθήκη [τέχνη] που σήμερα υπολειτουργεί, την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων [θρησκεία] που σηματοδοτεί τη μνήμη της παλιάς ορθόδοξης κοινότητας, τα αρχαία θραύσματα του Θεμιστόκλειου τείχους [ίχνη πολιτισμού] που παραμένουν θαμμένα, αλλά και το αποδυναμωμένο αμφιθεάτρο [θέαμα]. Στόχος ο επαναπροσδιορισμός τους, μέσα από την επέκτασή τους σε περιμετρικά δώματα, συμπληρωματικών λειτουργιών: εργαστήρια τέχνης, πολυθρησκευτικό κέντρο, ανταλλακτική βιβλιοθήκη και χώροι χαλάρωσης, αντίστοιχα.

Διατηρώντας ενδιαφέρουσες διαβαθμίσεις ιδιωτικότητας, οι συνδέσεις πλατείας-δώματος δεν είναι πάντα υλικές. Ο ένοικος μπορεί σε κάθε περίπτωση να δράσει στο δώμα του (ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ) και μέσα από αυτή τη δράση, να συνδιαλλαγεί με την πόλη (ΘΕΑ). Είναι τα αποτελέσματα των πράξεών του, που ερμηνεύουν και «μεταφέρουν» φιλτραρισμένη κάθε φορά τη θέα της πόλης στην πλατεία και άρα στον επισκέπτη, μέσα από τον ήχο, την τεχνολογία, πράξεις ανταλλαγής κλπ.

Σχεδιασμός πλατείας
Η λογική σχεδιασμού δεν αφορά μια ενιαία χειρονομία, αλλά θραύσματα, κομμάτια ενός νέου, τρισδιάστατου συνόλου. Τονίζουμε το υδάτινο στοιχείο και τοποθετούμε στη θέση παλαιότερου σιντριβανιού μια σύγχρονη «υδάτινη πυξίδα». Η δομή αυτή διατηρεί τους προϋπάρχοντες βασικούς άξονες κίνησης της πλατείας και ταυτόχρονα, αποτελεί το νέο της κέντρο, οργανώνοντας τις σχέσεις των στοιχείων της με τις νέες, σχεδιασμένες ταράτσες.
Πολυθρησκευτικό κέντρο (Σέβομαι τη διαφορετικότητα)       
Η λειτουργία αυτή αφορά την ανάγκη ικανοποίησης του θρησκευτικού συναισθήματος των νέων, ετερογενών ομάδων της Κουμουνδούρου. Αξιοποιούμε την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, που δεν ανταποκρίνεται στο σύνθετο χαρακτήρα της πλατείας.
Ο διάλογος πλατείας-δώματος επιτυγχάνεται μέσα από έναν έντονο συμβολισμό με τη δημιουργία άξονα, στον οποίο ο ήχος (παλαιό και νέο καμπαναριό) λειτουργεί ως κάλεσμα και το νερό -στην πλατεία- ως οδηγός. Πρόθεσή μας είναι η σχέση με τον ουρανό, μέσω της ανάτασης του βλέμματος και η υποβλητικότητα του επισκέπτη που κινείται στην πλατεία ή του ενοίκου που δρα στον περίκλειστο χώρο προσευχής του δώματος.



Εργαστήρια παραγωγής τέχνης (Συνυπάρχω και συνεργάζομαι)
Φανταζόμαστε έναν άξονα έκθεσης και δημιουργίας τέχνης, με αφετηρία τη Δημοτική Πινακοθήκη και συμπληρωματική λειτουργία στο δώμα περιοδικά εργαστήρια για νέους καλλιτέχνες.
Η επιθυμία τους να αξιοποιήσουν «άχρηστα κομμάτια-σκουπίδια» της Αθήνας, ως πρώτη ύλη έργων τέχνης για την πόλη, δίνει κίνητρο σε μετανάστες να επισκέπτονται την πλατεία, με σκοπό την πώληση scrap. Έτσι, «κομμάτια» της Αθήνας μετατρέπονται σε έργα τέχνης που την αναπαριστούν, μεταφέροντας τη θέα της πόλης, όπως ο καλλιτέχνης την έχει ερμηνεύσει και τελικά, αποδώσει σε ένα πανέλο.



Αναγνωστήριο-Βιβλιοθήκη (Εκφράζω, ανταλλάσω και μεταλαμπαδεύω αξίες πολιτισμού)

Η επόμενη παρέμβαση αφορά την ανάδειξη καθ' ύψος, της ενδιαφέρουσας στρωματογραφίας του «εδάφους» και καταλήγει στο δώμα και στην οπτική σχέση με το σύνολο των παρεμβάσεων και της πόλης από ψηλά, δηλαδή το ενδεχόμενο, νέο έδαφος. Μέσα από την κίνηση στην πλατεία, τονίζουμε στοιχεία πολιτισμού, όπως τα θαμμένα αρχαία ίχνη και ολοκληρώνουμε την πορεία σε σχεδιασμένη, σύγχρονη πολυπολιτισμική βιβλιοθήκη ανταλλαγής σε δώμα περιμετρικού κτηρίου.
Τονίζουμε ότι είναι η μόνη περίπτωση, που προβλέπεται δημόσια ανάβαση για τον επισκέπτη. Ένα προαύλιο για τους φοιτητές-ενοίκους και ταυτόχρονα, η ολοκλήρωση ενός δαπέδου-αμφιθεάτρου αποκωδικοποίησης για τους επισκέπτες της πλατείας, κάνουν κυριολεκτική τη συνύπαρξη διαφορετικών χρηστών και τελικά, τη σχέση με την πάνω πόλη για όλους.


«Κήπος» Χαλάρωσης και Θέας (μοιράζομαι)
Φανταζόμαστε, ένα αστικό αντικείμενο/έπιπλο, έναν πυκνωτή σε σταυροειδές σχήμα που συγκεντρώνει τις άλλοτε αμήχανες χρήσεις και τον σκόρπιο εξοπλισμό ενός δώματος και που τις μεταφράζει σε νέες, σύγχρονες και πιο ψυχαγωγικές δράσεις για τους ενοίκους (παιδότοπος, φύτευση, στοιχείο νερού και χαλάρωσης). Η δομή αυτή, που μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε  «ουδέτερη» πολυκατοικία, χρησιμοποιεί τα κατάλληλα τεχνολογικά μέσα και μεταφέρει στην πλατεία ενδιαφέρουσες, φιλτραρισμένες -μέσα από δράσεις- εικόνες της Αθήνας από ψηλά. Οι σκηνοθετημένες αυτές εικόνες εμπλουτίζονται στην κλίμακα της πλατείας από την κίνηση των επισκεπτών, που σαν σκιές, συνειδητά ή ασυνείδητα, συμμετέχουν στο θέαμα-αστικό παιχνίδι. Ένα θέαμα που ενδυναμώνει το ρόλο του αμφιθεάτρου, το οποίο πια είναι στραμμένο προς διάφορα είδη και κλίμακες θεάματος και τελικά, το σύνολο της νέας πλατείας. 




Η προτεινόμενη, νέα στρώση της πολυκατοικίας στα δώματα, που δεν γκρεμίζει, αλλά συνειδητά προσθέτει στα υπάρχοντα, σε μια λογική εύκολου και μη ζημιογόνου «ξεπαγώματος» της πόλης του '60, προσδίδει στην πλατεία νέες, ενδιαφέρουσες ποιότητες. Διαβαθμίσεις ιδωτικότητας σε δύο παράλληλα επίπεδα για ένα ετερογενές, πολυπολιτισμικό σύνολο που δεν καλείται να ενοποιηθεί, αλλά να συσχετιστεί, να αλληλεπιδράσει υλικά ή άυλα σ' αυτό το νέο είδος εμπλουτισμένου, τρισδιάστατου δημόσιου χώρου.

Η πρόταση αυτή χρησιμοποιεί εν τέλει την πλατεία Κουμουνδούρου ως παράδειγμα, στοχεύοντας να αποτελέσει μια στρατηγική, έναν τρόπο σκέψης και πράξης για τη σύγχρονη πόλη.