Read More...
Read More...
Read More...


Read More...
Read More...

Read More...
Read More...


Read More...

Δ020.20 | Ένα μουσείο ως έκθεμα: Μουσειακή απόδοση της καφκικής εμπειρίας με αφορμή Το Κτίσμα του Κάφκα

 
Διπλωματική εργασία: Ένα μουσείο ως έκθεμα:  Μουσειακή απόδοση της καφκικής εμπειρίας με αφορμή Το Κτίσμα του Κάφκα  
Φοιτήτρια: Γλεντού Ελένη-Ραφαέλλα
Επιβλέπων καθηγητής: Τσακαλάκης Δημήτρης
Σχολή: Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πολυτεχνείο Κρήτης,  2020





 
Η παρούσα διπλωματική εργασία αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του βιβλίου «Το Κτίσμα» του Φραντς Κάφκα σε βιωματικό μουσείο. Συγκεκριμένα, με εκκίνηση την ανάλυση των χωρικών χαρακτηριστικών του βιβλίου, αλλά και τις λογοτεχνικές – αισθητηριακές καταστάσεις που αναγράφονται σε αυτό, επιχειρείται η σύνθεση μιας χωρικής δομής όπου θα αναδεικνύονται τα στοιχεία αυτά. Έννοιες όπως ο εγκλωβισμός, το παράδοξο, η αμφιθυμία και η αποδόμηση, αποτελούν τα χωρικά εργαλεία για το σχεδιασμό ενός μουσείου, το οποίο θα είναι ταυτόχρονα και το ίδιο το έκθεμα. Η λαβυρινθώδης δομή του με τους πολλαπλούς διάδρομους και τις ποικίλες πλατείες, ως μία μεταφορά του καφκικού σύμπαντος, θέτει τον επισκέπτη σε μία εμπειρία συνεχούς αναζήτησης εξόδου όμοια με τη συνεχή διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας. Παράλληλα, ο διττός ρόλος του κτίσματος, ως καταφύγιο και ως φυλακή, προσθέτει στην μουσειακή εμπειρία την έκθεση του επισκέπτη στους «κινδύνους» του εξωτερικού περιβάλλοντος. Πρόκειται για μία κατάβαση στον υπερβατικό κόσμο του Κάφκα που εστιάζει στην χωρική περιπλάνηση στο κτίσμα, ερμηνεύοντας την ως το απόλυτο απόκτημα της μουσειακής εμπειρίας.
 
«Από τον πάνω κόσμο ήρθα μέσα στο κτίσμα μου και νιώθω την επίδρασή του αμέσως.» Φ.Κ.
 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
 
Λέξεις κλειδιά: 
Μουσείο, Κάφκα, παράδοξο, αισθητηριακή εμπειρία, λαβύρινθος
 
 
Read More...

Δ005.20 | Σχολή Σχεδιασμού Μόδας & Κέντρο Πολιτισμού στην Καστοριά: Επανάχρηση του Μεντρεσέ Αχμέτ Πασά και προσθήκη νέων κτιρίων

 
Διπλωματική εργασία: Σχολή Σχεδιασμού Μόδας & Κέντρο Πολιτισμού στην Καστοριά: Επανάχρηση του Μεντρεσέ Αχμέτ Πασά και προσθήκη νέων κτιρίων
Φοιτητές: Δήμητρα Δόλλα, Σύρμω Παπαδάκη
Επιβλέποντες Καθηγητές: Σταύρος Δενδρινός, Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, Νικόλαος Θωμάς
Σχολή: ΔΠΘ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Ξάνθης




Τον 17ο και 18ο αιώνα, η οικονομία της Καστοριάς άνθισε λόγω της βιοτεχνίας της γούνας, καθώς οι γουναράδες ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με χώρες του εξωτερικού, όπως την Κωνσταντινούπολη, την Συρία, την Περσία, την Αίγυπτο και τη Ρωσία. Σήμερα, οι εμπορικές σχέσεις της Καστοριάς αναπτύσσονται κυρίως ανάμεσα στη Ρωσία, την Κίνα και την Ιταλία. Ανέκαθεν η γούνα έχει αποτελέσει βασικό στοιχείο της οικονομικής ευμάρειας και σταθερότητας στην Καστοριά. 
 
 

 
Σήμερα όμως η ιδεολογία της γούνας απορρίπτεται όλο και περισσότερο ως υλικό, δημιουργώντας σημαντική οικονομική αστάθεια για την πόλη, και ενώ η προοπτική της γούνας φαίνεται να παρακμάζει, προκύπτει η ανάγκη προσαρμογής στα δεδομένα της εποχής.
 
Η πρόταση αυτής της διπλωματικής εργασίας επικεντρώνεται στην επέκταση του ορίζοντα της πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και στον αποπροσανατολισμό από την γούνα με εκμετάλλευση του ήδη υπάρχοντος υπόβαθρου. Έχοντας όλα τα τεχνικά και οργανωτικά εργαλεία στην κατοχή της (τεχνίτες, σχεδιαστές, εμπορικές σχέσεις, δημοπρασία και έκθεση γούνας), η Καστοριά θα μπορούσε να εδραιωθεί ως η πόλη της μόδας στην Ελλάδα. Βασικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου έγκειται στην εκπαίδευση σε εναλλακτικές τεχνικές και τον σχεδιασμό μόδας και κατ’ επέκταση στην ίδρυση μιας σχολής σχεδιασμού μόδας.
 
 

 
Ο Μεντρεσές Αχμέτ Πασά χτίστηκε στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα  και λειτουργούσε ως ιεροσπουδαστήριο. Οι ουλεμάδες, οι οποίοι φοιτούσαν στον Μεντρεσέ, διδάσκονταν την ανάγνωση και ερμηνεία του Κορανίου, ιστορία και θρησκευτικό δίκαιο.
 
Οι μαθητές διέμεναν στο ιεροδιδασκαλείο και δεν επιτρεπόταν η απομάκρυνση τους από αυτό, στοιχείο που αποτυπώνεται στην αρχιτεκτονική του μνημείου, καθώς διαφυλάσσεται έντονα η ιδιωτικότητα και η εσωστρέφεια. Η κάτοψη χαρακτηρίζεται από 2 πτέρυγες σε διάταξη Π, οι οποίες κλείνουν δυτικά από το Ιουστινιάνειο τείχος. Δημιουργείται έτσι μια εσωστρεφής αυλή προσβάσιμη μόνο από την κεντρική είσοδο του μνημείου η οποία είναι και η μοναδική είσοδος από την  οδό Διοικητηρίου. Περιμετρικά του αύλειου χώρου αναπτύσσεται στεγασμένος διάδρομος πλάτους 3μ. ο οποίος στηρίζεται από 17 κίονες και αποτελείται από 19 τρούλους (μικροί τρούλοι). Το κτίριο αποτελείται από 14 χώρους καθένας με ξεχωριστή είσοδο και δικό του τζάκι.
 
 

 
Βασικό στόχο των επεμβάσεων σε επίπεδο πόλης αποτέλεσε η αποσυμφόρηση του μνημείου από το πυκνοδομημένο περιβάλλον του και η πεζοδρόμηση ενός τμήματος της οδού Διοικητηρίου, που παραλαμβάνει την κίνηση δίπλα από το μνημείο. Σημαντικό στοιχείο στην ανάδειξη του μνημείου αποτέλεσε και η αποχωμάτωση τμήματος του Ιουστινιάνειου Τείχους δίπλα από τον Μεντρεσέ και η δημιουργία μιας υπαίθριας βιωματικής πορείας για την ανάδειξη του. 
 
Στον Μεντρεσέ στεγάζονται οι λειτουργίες έκθεσης - συγκεκριμένα ο χώρος επίδειξης μόδας βρίσκεται στην νότια πτέρυγα του μνημείου, ενώ στην Βόρεια πτέρυγα βρίσκονται μικρές αυτόνομες εκθέσεις σε μορφή εκθετηρίου, μαζί με μια μόνιμη ιστορική έκθεση και έναν χώρο εστίασης.
 
Στο οικόπεδο επέμβασης, το οποίο βρίσκεται νότια του μνημείου και στο μέτωπο της οδού Μεγ. Αλεξάνδρου, τοποθετούνται δύο κτίρια, τα οποία στεγάζουν τις λειτουργίες της σχολής σχεδιασμού μόδας και την βιβλιοθήκη. Η σχολή αποτελείται από έναν κεντρικό αίθριο χώρο - στον οποίο τοποθετείται η εστίαση της σχολής - μια αίθουσα διδασκαλίας, έναν πολυχώρο για δράσεις και εκδηλώσεις της σχολής, μια αίθουσα διαλέξεων για προβολές, έναν χώρο εργαστηρίου / atelier με γραφεία, σχεδιαστήρια και ραπτομηχανές, καθώς και τις διοικητικές λειτουργίες - γραφεία καθηγητών.
 
Το κτίριο βιβλιοθήκης, το οποίο βρίσκεται απέναντι από το κτίριο της σχολής, λειτουργεί αυτόνομα και μεμονωμένα από το υπόλοιπο κτίριο, με σκοπό την χρήση του από φοιτητές και επισκέπτες. Το κτίριο της σχολής ενώνεται με μια θερμαινόμενη πορεία με το κτίριο της βιβλιοθήκης στο επίπεδο του πρώτου ορόφου, και στη συνέχεια το κτίριο της βιβλιοθήκης ενώνεται με την νότια πτέρυγα του Μεντρεσέ με μια παρόμοια θερμαινόμενη πορεία στο επίπεδο του δεύτερου ορόφου.
 
Στόχος του σχεδιασμού είναι η κίνηση του επισκέπτη να υπάρχει σε όλη την έκταση του μνημείου και του οικοπέδου επέμβασης μπροστά από τον Μεντρεσέ. Με την δημιουργία πολλών δημόσιων πορειών, οι οποίες διασχίζουν το Μνημείο και την σχολή, αλλά και με την ένωση των κτιριακών όγκων μέσω των υπαίθριων και θερμαινόμενων χώρων σε κάθε επίπεδο της σύνθεσης, δίνεται μία εναλλακτική προσέγγιση ανάμεσα στο δημόσιο - ιδιωτικό για τους ίδιους τους φοιτητές της σχολής και τους επισκέπτες του μνημείου.
 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
Φωτογραφίες μακέτας: Χριστίνα Ευαγγελοπούλου
 
 
Read More...