Read More...
Read More...
Read More...







Read More...
Read More...

Read More...
Read More...
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ 2019 | Βραβεία και Έπαινοι


Read More...

Δ038.19| Κτίσμα, θάλασσα και βράχος: Ενεργοποιώντας το Πνευματικό Κέντρο Ζαχαρίου, στον Πειραιά


Διπλωματική Εργασία: Κτίσμα, θάλασσα και βράχος: Ενεργοποιώντας το Πνευματικό Κέντρο Ζαχαρίου, στον Πειραιά
Φοιτητές: Μελίνα Ανζάουη, Βασιλική Ζωχιού
Επιβλέπων: Γιάννης Αίσωπος
Σχολή: Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών,  Μάρτιος 2019






Η εργασία μελετά την ενεργοποίηση του κτιρίου του Πνευματικού κέντρου Ιδρύματος Ζαχαρίου, στον Πειραιά. To εν λόγω κτίριο βρίσκεται στην ακτή Δηλαβέρη, στο Μικρολίμανο, στη θέση όπου μέχρι την δεκαετία του ‘60 δέσποζε η βίλα του Αλ. Ζαχαρίου. Σχεδιασμένο από τον Ι. Λιάπη με σαφείς αναφορές στο βράχο της Καστέλλας, η κατασκευή του ξεκίνησε το 1972 χωρίς όμως ποτέ να ολοκληρωθεί.




Αφετηρία της έρευνας αποτέλεσε η παρατήρηση ότι οι κοινωνικές και τουριστικές εξελίξεις στον Πειραιά κατά τον 20ο αιώνα, έχουν άμεση σχέση με τις διαφορετικές φάσεις από τις οποίες πέρασε το κτίριο. Στην επόμενη φάση της ζωής του κτιρίου, διάφορες επικείμενες αλλαγές στο τοπίο της περιοχής φανερώνουν μια γενικότερη επιδίωξη για τη μετατροπή της ακτής από μια transit zone σε χώρο αναψυχής.




Με βάση τα παραπάνω, στόχος είναι να δημιουργήσουμε έναν τουριστικό προορισμό, αλλά και μια διέξοδο των κατοίκων προς τη θάλασσα. Προτείνουμε τη δημιουργία ενός κέντρου για παραθαλάσσια φεστιβάλ, ως μέρος ενός παγκόσμιου δικτύου παράκτιων δράσεων, που θα ενεργοποιεί το κτίριο όλο τον χρόνο.

Διατηρούμε την υπάρχουσα κατακόρυφη promenadeκαι εισάγουμε έναν εγκάρσιο δημόσιο άξονα, εντείνοντας τον χαρακτήρα του κτιρίου ως πυκνωτής κινήσεων.  Επαναφέρουμε την άμεση σχέση του κτιρίου με το νερό, επαναποσδιορίζοντας την ακτογραμμή. Εισάγουμε στον υφιστάμενο σκελετό, επιφάνειες ως γεννήτριες χώρων και δραστηριοτήτων, με τη λογική του «χαλιού» που αγκαλιάζει το κτίριο.






ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ: Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Στην περιήγησή του, ο επισκέπτης ακολουθεί την πορεία της κατακόρυφης promenadeμε αφετηρία την πόλη και προορισμό το νερό. Αρχικά, συναντά έναν αστικό χώρο που περιλαμβάνει ένα κυλικείο, μια υπαίθρια αγορά και μια πλατεία, που μοιάζει να τεντώνεται για να ενωθεί με το νερό προσφέροντας θέα προς την αθηναϊκή Ριβιέρα.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ
Στην επόμενη στάθμη, ο επισκέπτης εισέρχεται στον κόσμο του φεστιβάλ. Συναντά ένα υπαίθριο αμφιθέατρο, το οποίο ως μια αναδιπλούμενη ξύλινη επιφάνεια αναψυχής, κυλάει από τη μία πλάκα στην άλλη. Προχωρά προς τους χώρους των εργαστηρίων, όπου το μοντέλο μιας παραδοσιακής γαΐτας κατασκευάζεται πάνω στις μεταλλικές επιφάνειες.

Στον επόμενο όροφο, ο επισκέπτης συναντά την τρέχουσα έκθεση του φεστιβάλ. Αναμονές για τον εκθεσιακό εξοπλισμό πυκνώνουν τον υπάρχοντα κάνναβο των κολονών. Ο επισκέπτης περιπλανιέται μέχρι την άκρη του εξώστη όπου τα εκθέματα γίνονται ένα με την πανοραμική θέα.

Κατεβαίνοντας στο μεσοπάτωμα, ξεκουράζεται ανάμεσα στις αναδιπλώσεις μιας ξύλινης επιφάνειας που κυλά πάνω στις μπετονένιες πλάκες ενός κλιμακωτού αιθρίου.

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ: Ο ΒΡΑΧΟΣ
Στη συνέχεια, φτάνει στον εσωστρεφή όγκο του αμφιθεάτρου, που σαν ένα αποκολλημένο κομμάτι του βράχου στέκει επάνω από το νερό. Στη βιβλιοθήκη, επιφάνειες από ξύλο, περικλείουν συλλογές βιβλίων, καθιστικά και τραπέζια ανάγνωσης. Βγαίνοντας από το αμφιθέατρο, καταλήγει στην προβλήτα, από όπου ξεκινάει μια σχεδία με προορισμό την απέναντι πλατφόρμα. 

ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ 
Ο επισκέπτης αφήνει πίσω το κτίριο και φτάνει στην πλωτή πλατφόρμα, στην τελευταία εμπειρία της διαδρομής. Μοιάζει να έχει ξεφύγει από τον βράχο και επιπλέει πάνω στο νερό. Λειτουργεί ως sail-in κινηματογράφος, καθώς το κοινό πάνω στην πλατφόρμα και τα σκάφη στο νερό μπορούν να παρακολουθήσουν ταυτόχρονα την ταινία που προβάλλεται πάνω σε μια οθόνη διπλής όψης. Ο επισκέπτης από εδώ απολαμβάνει μια καινούρια οπτική, αυτή από την θάλασσα προς το κτίριο.

Η πρόταση μας, λοιπόν, επιδιώκει να ενισχύσει την αδιάσπαστη σχέση του κτιρίου με τον βράχο και να το μετατρέψει από ένα ανενεργό κτίσμα υπό εγκατάλειψη, στην ζωντανή πια, προέκταση του λόφου της Καστέλλας πάνω από τη θάλασσα.






















Read More...

Δ058.19 | Ο λάκκος με τις τρεις κρήνες


Διπλωματική εργασία: Ο λάκκος με τις τρεις κρήνες 
Φοιτήτρια: 
Ευαγγελία Πασχαλίδου
Επιβλέποντες: 
Γουρδούκης Δημήτρης, Βεργόπουλος Σταύρος
Πανεπιστήμιο: 
Α.Π.Θ. Πολυτεχνική Σχολή, Τμήμα Αρχιτεκτόνων μηχανικών



Η υφιστάμενη συνθήκη ενός τμήματος ρέματος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε την αφετηρία της παρούσας διπλωματικής εργασίας, η οποία είχε ως στόχο τη μετατροπή του από αστικό εμπόδιο σε χώρο αναψυχής και περιπλάνησης˙ την ανάδειξη αυτής της όασης πρασίνου που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Ο σχεδιασμός ξεκινά από την αστική κλίμακα, με το σχεδιασμό μεταβατικών περιοχών από το επίπεδο της πόλης στο ρέμα καθώς και τον σχεδιασμό κατασκευών μικρότερης κλίμακας στις όχθες του ρέματος. Οι αρχιτεκτονικοί χειρισμοί της πρότασης είχαν ως κύριο μέλημα το σεβασμό του φυσικού υποδοχέα, με στόχο την συνύπαρξη και την αλληλεπίδραση τόσο της αρχιτεκτονικής όσο και του ανθρώπου με τη φύση. Ο επισκέπτης μέσω της αρχιτεκτονικής καλείται να επαναπροσδιορίσει το ρέμα ή «τον λάκκο» ως ένα ‘τοπίο’. Αφηγηματικό εργαλείο της ιδέας αποτελούν οι κρήνες, οι οποίες αποτελούν το μέσο της εννοιολογικής σύνδεσης της περιπλάνησης, προσδίδοντας παράλληλα χαρακτήρα στην περιοχή του ρέματος, τον «Λάκκο με τις τρεις κρήνες».





Αναλυτικότερα, η περιοχή επέμβασης βρίσκεται στο Ανατολικό τμήμα της πόλης της Θεσσαλονίκης, στην περιοχή της Κάτω Τούμπας και παραμένει ανοιχτό σε έκταση 300 μέτρων, μεταξύ της οδού Παπάφη και της οδού Θεαγένους Χαρίση. Κατά την Οθωμανική περίοδο η ονομασία του ήταν «üç çeşmesi deresi» το οποίο μεταφράζεται ως «ο λάκκος των τριών βρύσεων». Σήμερα αν και το ρέμα αντιμετωπίζεται ως ένα εμπόδιο της καθημερινότητας, ως πρόσφορο έδαφος παραβατικότητας και εστία μόλυνσης, δεν παύει να αποτελεί ένα ‘τοπίο’. Οι όχθες των ρεμάτων αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως «φύση» κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα. Η φύση αρχίζει να θεωρείται ως «τοπίο» όταν παύει να αποτελεί ένα εμπόδιο κι ο άνθρωπος στρέφεται προς αυτή χωρίς πρακτικό σκοπό. Το να βλέπει κανείς ως τοπίο ένα κομμάτι εδάφους, μαζί με ό,τι υπάρχει σε αυτό, σημαίνει να παρατηρεί αυτή τη φορά από τη δική του πλευρά, ένα απόσπασμα της φύσης ως ενότητα. Συνεπώς ως τοπίο δε θεωρείται μόνο το σύνολο των φυσικών και τεχνητών στοιχείων που το περιβάλλουν αλλά και ο τρόπος με τον οποίο το αντιλαμβάνεται και το βιώνει ο κάθε παρατηρητής.




Κατά την περιπλάνηση στο ρέμα έγινε προσπάθεια καταγραφής των στοιχείων που προσδίδουν τον χαρακτήρα του.
 Από την πυκνή βλάστηση ξεπροβάλλουν τεχνητά στοιχεία, ερείπια και θραύσματα προηγούμενων εποχών, τα οποία πλέον αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ‘τοπίου’. Τα τεχνητά αυτά στοιχεία καθώς και η ιστορική αναφορά της ονομασίας του ρέματος και η σημασία που αποκτά κατά την αποτέλεσαν την κεντρική ιδέα του σχεδιασμού για τη δημιουργία ενός «ονειρικού τόπου». Η αίσθηση του σημειακού που παράλληλα αποτελεί τμήμα μιας ολότητας, αποτέλεσε βασική αρχή της πρότασης. Στους διάφορους περιπάτους κατά την αναγνώριση, άρχισε να γίνεται ένας καθορισμός υποενοτήτων του ρέματος σύμφωνα με τα διαφορετικά χαρακτηριστικά τους. Η πρόταση συνδέεται άρρηκτα με το υπάρχον τοπίο, αντλώντας αναφορές από αυτή, δημιουργώντας αρχιτεκτονικά σκηνικά για μια λυρική και πειραματική μεταχείριση του ίδιου τόπου με απώτερο στόχο την ανάδειξή του. Οι αρχιτεκτονικές κατασκευές εν δυνάμει θα καλυφθούν από την τοπική βλάστηση και θα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο ενός δυναμικού τοπίου. Τα όρια μεταξύ πραγματικού και φαντασιακού χάνονται και ο περιπατητής κατά την περιπλάνηση του επαναπροσδιορίζει το περιβάλλον γύρω του, με τις αρχιτεκτονικές κατασκευές να αφυπνίζουν τις αισθήσεις του, προσφέροντας ψυχική ανάπαυση κατά τη συνεχή διαδικασία αποτύπωσης ενός ‘τοπίου’ μέσω του βλέμματός του που το καθιστά μοναδικό.
















Project Title: The Pit with the Three Fountains
Name: Evangelia Paschalidou
Date: July 2019
Course: Diploma Thesis
Supervisors: Gourdoukis Dimitris, Vergopoulos Stavros
Institution:  School of Architecture, Aristotle University of Thessaloniki

Accompanying text

The start of this diploma thesis was a neglected stream in the center of Thessaloniki, which nowadays is perceived as an urban burden. The stream is an overlooked green oasis, a ‘pit’ in the city’s center, maintaining 300m of its natural terrain with a flowing stream. This proposal attempts to redefine the stream zone as a landscape through the individual’s vision. Architecture as a medium enhances the accessibility of the stream zone thus enabling the visitor to wander and discover new qualities of the landscape through different architectural artifacts, capturing new aspects of the untended landscape.

The banks of the streams begin to be characterized as “nature” during the first quarter of the 19th century. Nature begins to be regarded as a “landscape” when it ceases to be an obstacle for the individual that is now turning to it without a practical purpose. Nowadays this stream is treated as a hindrance to everyday life, with its difficult access due to the dense and indigenous vegetation and as well as its isolation, making it a suitable land of degradation. This diploma thesis is an attempt to redefine this neglected stream zone as a “landscape” through the different architectural manipulations.

The definition of “landscape” is difficult to be accurately described. According to Simmel, the wanderer’s attention of individual elements or simultaneously as an ensemble, is not enough to have the consciousness of the “landscape”. Seeing as a landscape a piece of land, along with everything in it, means to observe it this time on its own unique sight, an excerpt of nature as a unity, hence  a landscape is not only considered the set of natural and artificial elements surrounding it, but also the way in which each observer gazes and understands it. Bearing in mind all the above, during strolls through the stream, various existing artifacts were found and captured, which have now lost their original purpose, becoming a part of the “landscape”. Those artifacts and their form acted as the foundation of the design process of the new artifacts.

The sense of the ‘focused’ which is part of a whole, was a basic principle of the proposal. The new objects are placed in four different subunits of the stream zone, each one with its own characteristics, encouraging the walker to discover new and different aspects of the "landscape" through his unique point of view.  The paths in the stream zone are depended on the walker and his choices. Considering the name of the stream during the Ottoman period ‘The Pit with the Three Fountains’, the undefined route is “united” with the design of three fountains functioning as a narrative tool, forming the landmarks each subunit.





Read More...