Ερώτηση:
Με ποιον τρόπο μια πολίχνη ιστορικής βαρύτητας μετά την απελευθέρωση εξελίχτηκε
οικιστικά για να αναδειχτεί σε διοικητικό κέντρο του ελληνικού κράτους;
Απάντηση: Διαθέτουμε πληροφορίες για την Αθήνα προς το τέλος της Τουρκοκρατίας, κυρίως από κείμενα και απεικονίσεις περιηγητών. Ο πληθυσμός της υπολογίζεται περίπου σε 10.000, μέγεθος που για την εποχή κατατάσσει την πόλη ως την κυριότερη της Στερεάς Ελλάδας, αλλά και ως σημαντική πόλη των Βαλκανίων. Η οικιστική της οργάνωση, η οποία εκτεινόταν στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης, χαρακτηριζόταν από στενά και ακανόνιστα δρομάκια µε φτωχικά σπίτια. Οι πολεμικές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης άφησαν την πόλη σε ερειπιώδη κατάσταση.
Ερ.:
Για ποιους λόγους εξακολουθούμε να θεωρούμε την αρχιτεκτονική υλοποίηση του
κλασικισμού στην Αθήνα ανυπέρβλητου κάλλους;
Απ.: Η Αθήνα οικοδομείται ως
πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους την περίοδο κατά την οποία είναι ώριμο στην
Ευρώπη το αρχιτεκτονικό ρεύμα του κλασικισμού. Είναι λοιπόν αναμενόμενο η
αρχιτεκτονική των νέων κτιρίων να ακολουθεί το διεθνές ρεύμα της εποχής, πόσο
µάλλον όταν πρόκειται για αναβίωση προτύπων από το ιστορικό παρελθόν της χώρας.
Τα πρώτα μεγάλα δημόσια κτίρια καθίστανται αμέσως υποδείγματα, όχι µόνο για τα
επόμενα σημαντικά κτίρια της πόλης αλλά και για τα σπίτια των μεσαίων και των
λαϊκών στρωμάτων. Η αναβάπτιση στα κλασικά πρότυπα από εξέχοντες αρχιτέκτονες
οδηγεί στην εμφάνιση ενός ιδιαίτερου αθηναϊκού κλασικισμού υψηλής
αρχιτεκτονικής ποιότητας.
Ερ.:
Υπάρχει η αίσθηση ότι µε την πάροδο των χρόνων τα αθηναϊκά κτίρια –και γενικώς
αυτά του ελλαδικού χώρου– πάσχουν από έλλειψη αισθητικής. Θεωρείτε ότι έχει
βάση η παραπάνω διαπίστωση;
Απ.: Μέχρι τις αρχές του 20ού
αιώνα τα διάφορα αρχιτεκτονικά ρεύματα περιλάμβαναν στη διαμόρφωση των όψεων
των κτιρίων στοιχεία διάκοσμου, είτε αυτός αναφερόταν στην ιστορία είτε όχι. Το
μοντέρνο κίνημα, το οποίο εκφράζεται στην Αθήνα από τον Μεσοπόλεμο και μετά,
απορρίπτει τους ιστορικούς δεσμούς µε το παρελθόν αφαιρώντας τον διάκοσμο και
προτάσσοντας τις καθαρές γεωμετρικές φόρμες. Είναι πιο εύκολο να χαρακτηρίσουμε
ένα κτίριο «ωραίο» όταν εμπεριέχει οικείες µμορφολογικές αναφορές. Είναι δε
πολύ πιο εύκολο ένα κτίριο χωρίς διάκοσμο αλλά και χωρίς συνθετική ποιότητα να
το χαρακτηρίσουμε «άσχημο».
Η μοντέρνα αρχιτεκτονική έχει να
επιδείξει εξαίρετα δείγματα κτιρίων. Για την Αθήνα αναφέρω ενδεικτικά το Χίλτον
και την αμερικανική πρεσβεία. Η αχίλλειος πτέρνα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής
είναι η λιτότητα στη μορφολογική επεξεργασία των όψεων, η οποία, όταν δεν
συνοδεύεται από συνθετική ποιότητα, καταλήγει σε ένα πολύ φτωχό αισθητικά
αποτέλεσμα. Η μεταπολεμική, μοντέρνου ύφους, ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων
συνέπεσε µε μια ομοιόμορφη και εργολαβική κατασκευή του τύπου της
πολυκατοικίας. Τα τελευταία όμως χρόνια ο τύπος της πολυκατοικίας
επανεξετάζεται µε πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα.
Ερ.:
Η ανάγκη στέγασης του πληθυσμού της πρωτεύουσας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή
και η ταχύτατη πολυκατοικιοποίηση μετά τον Εμφύλιο λειτούργησαν σε βάρος της
αστικής αισθητικής;
Απ.: Σε περιόδους ταχείας
ανάπτυξης μιας πόλης είναι αναμενόμενο να διαπιστώνουμε μια τυποποίηση στην
κατασκευή. Στην περίπτωση της Αθήνας, αλλά και των άλλων ελληνικών πόλεων, η
αστικοποίηση πραγματοποιήθηκε µε περιορισμένο κεφάλαιο και στο πλαίσιο της μικρής
ιδιοκτησίας. Αυτό ήταν το σύστημα της αντιπαροχής, το χαρακτηριστικό στοιχείο
της µμεταπολεμικής αστικής ανάπτυξης. Εξετάζοντας μεμονωμένα την κάθε
πολυκατοικία, η πλειονότητά τους δεν διεκδικεί δάφνες αρχιτεκτονικής ποιότητας.
Εξετάζοντάς τες όμως ως ένα
σύνολο κατασκευών οι οποίες συνθέτουν εν πολλοίς το αστικό περιβάλλον,
ανάγονται σε χαρακτηριστικό στοιχείο µιας πόλης, συγκροτούν δηλαδή την αστική
ταυτότητά της. Η Αθήνα, από αυτή την άποψη, έχει πολύ ισχυρή αστική ταυτότητα,
η οποία δημιουργήθηκε μεταπολεμικά. Οι ξένοι αρχιτέκτονες που επισκέπτονται την
Αθήνα εντυπωσιάζονται από την ομοιογένεια του αστικού της περιβάλλοντος και από
το ότι είναι µια πόλη φιλική και εξωστρεφής.
Ερ.:
Ποιες είναι οι νέες αρχιτεκτονικές τάσεις που διαμορφώνονται στο εξωτερικό και
θα δούμε να εφαρμόζονται και εδώ τα επόμενα χρόνια;
Απ.: Η περίοδος που διανύουμε
δεν χαρακτηρίζεται από την επικράτηση ενός δόγματος ή ενός μορφολογικού ύφους
στην αρχιτεκτονική. Πολλαπλές ευαισθησίες και πολλαπλές εκφραστικές δυνατότητες
συνυπάρχουν και οι αρχιτέκτονες δοκιμάζονται περισσότερο στη βάση της
συνθετικής τους ικανότητας.
Μπορούμε να αναφέρουμε κάποιες
γενικές κατευθύνσεις, τις οποίες όμως ο κάθε αρχιτέκτονας μπορεί να επιλέξει
και να εκφράσει µε τον δικό του τρόπο. Έχει αναχθεί πλέον σε απαίτηση ο σχεδιασμός
πράσινων κτιρίων και το οπλοστάσιο του αρχιτέκτονα είναι μακράν ισχυρότερο από
την απλή τοποθέτηση φωτοβολταϊκών πάνελ. Οι πράσινες όψεις και τα φυτεμένα
δώματα είναι κάποιες από τις δυνατότητες. Οι κατασκευές από μεταλλικό σκελετό
έρχονται ξανά στο προσκήνιο µε νέες δυνατότητες οι οποίες ενσωματώνουν βιοκλιματικές
παραμέτρους. Οι δυναμικές όψεις επιτρέπουν τόσο τον συνθετικό χειρισμό της επιδερμίδας
του κτιρίου όσο και τον έλεγχο των περιβαλλοντικών συνθηκών.
Στις πόλεις, οι επεμβάσεις τύπου
«αστικού βελονισμού» μεγιστοποιούν το κοινωνικό κέρδος. Ο δημόσιος χώρος
επανεξετάζεται και προσφέρεται σε όλους.
Οι παραπάνω τάσεις ακολουθούνται
και στη χώρα µας και πολλές από τις εφαρμογές τους είναι δίπλα µας. Το μεγάλο
πάντως εργοτάξιο είναι, λόγω μεγέθους και σημασίας, το Ελληνικό. Από όσα έχουν δημοσιευτεί
διαφαίνεται ότι στον γενικό του σχεδιασμό έχει περγαμηνές ποιότητας. Το μεγάλο στοίχημα
είναι ο δημόσιος χώρος να είναι δημόσιος για όλους, πράγμα το οποίο αποτελεί
κατάκτηση της ελληνικής κοινωνίας. Να µη δημιουργηθούν δηλαδή περιοχές
κατοικίας για ένα ορισμένο κοινό, µε ιδιωτική φύλαξη, όπου η πρόσβαση είναι ελεγχόμενη
και ο χώρος καθίσταται ημιδημόσιος.
Ερ.:
Εν κατακλείδι, η Αθήνα σήμερα είναι όμορφη πόλη ως προς την κτιριακή της διαμόρφωση;
Απ.: Η Αθήνα, εννοώντας το
αστικό συγκρότημα, έχει δημιουργήσει μια διακριτή αστική ταυτότητα και αυτή
είναι η ομορφιά της. Μπορεί δε να καταστεί πολύ πιο όμορφη για τους κατοίκους
και τους επισκέπτες εάν επενδύσει στην ανάπτυξη πράσινων περιοχών (είναι η πόλη
µε το λιγότερο, αναλογικά, πράσινο ανά επιφάνεια στην Ευρώπη), στην αναβάθμιση
του δημόσιου χώρου (πλατείες, πεζόδρομοι, ποιότητα αστικού εξοπλισμού), στην ακτογραμμή
της και τη σύνδεσή της µε τη θάλασσα, καθώς και σε στοχευμένες μικρές επεμβάσεις
«αστικού βελονισμού» στις γειτονιές της.
Ερ.:
Ποια κτίρια ξεχωρίζετε εσείς προσωπικά από αυτά που καταγράφονται στο βιβλίο
και γιατί;
Απ.: Στο βιβλίο δεν
καταγράφονται τα 200 κτίρια στη βάση κάποιας βαθμολογικής κλίμακας αξιολόγησης.
Θα επιλέξω όμως ένα κτίριο από καθεμία από τις πέντε χρονικές περιόδους
παρουσίασης των κτιρίων στο βιβλίο.
Ερ.:
Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή των 200 κτιρίων της Αθήνας;
Απ.: Το βασικό κριτήριο ήταν η δημόσια
όψη του κτιρίου να έχει ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία, αλλά και να συνεχίζει να κοσμεί
την πόλη έως σήμερα. Βέβαια, δεν έχουν συμπεριληφθεί πολύ αξιόλογα και επώνυμα
κτίρια. Βασική αιτία είναι το «εορταστικό» όριο που τέθηκε µε τον αριθμό 200.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όσα σημαντικά κτίρια από αρχιτεκτονική άποψη είναι εκτός λευκώματος
δεν θα άξιζαν να περιλαμβάνονται σε αυτό.
Η παρουσία ενός κτιρίου σε αυτό
το βιβλίο σχετίζεται και µε δευτερεύοντα κριτήρια. Για παράδειγμα με την
προσπάθεια για σχετική ισοκατανομή του αριθμού των επιλεγμένων κτιρίων ανάμεσα
στις χρονικές περιόδους. Επίσης, με την προσπάθεια αντιπροσώπευσης όλων των σημαντικών
αρχιτεκτονικών ρευμάτων και των ισχυρών προσωπικοτήτων που διέτρεξαν τους δύο
αυτούς αιώνες – µε ισχυρή παρουσία στην Αθήνα πάντα. Άλλα, δευτερεύοντα
κριτήρια επιλογής ήταν η χρήση του κτιρίου (παρουσίαση τόσο των δημόσιων
κτιρίων όσο και των μεγάρων, των κατοικιών κ.λπ.), η θέση (εντός λεκανοπεδίου,
πλην ελάχιστων εξαιρέσεων) και η ιστορική αξία κάποιων, επιπλέον της
αρχιτεκτονικής τους ποιότητας.







