Δ912.18 Δήμητρα Θεοχάρη (2019)



Με εξαίρεση τα μαθήματα Ιστορίας του κ. Κορρέ, η παρακολούθηση διπλωματικών εργασιών ήταν η πιο αγαπημένη μου εκπαιδευτική δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών μου στο Πολυτεχνείο. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι από το πέμπτο εξάμηνο των σπουδών μου δεν έχασα καμία παρουσίαση διπλωματικής εργασία στο ΕΜΠ, συμπεριλαμβανομένων και των τριών περιόδων παρουσίασης διπλωματικών εργασιών ανά έτος. Θυμάμαι κάθε διπλωματική, κάθε επιτροπή, κάθε συζήτηση και κάθε σχολιασμό εκείνων των 3,5 χρόνων σα να ήταν εχθές. Με την παρέα μας παρακολουθούσαμε όλες τις διπλωματικές σε κάθε περίοδο και συζητούσαμε στο τέλος ποια μας εντυπωσίασε περισσότερο και τι βαθμούς θα βάζαμε εμείς. Η διαδικασία αυτή ήταν εκπαιδευτική σε όλα τα επίπεδα: βλέποντας τα θέματα που ασχολούνταν οι συμφοιτητές μας, τις λύσεις τους, το άγχος τους, πώς παρουσίαζαν, πώς αντιδρούσε η επιτροπή στα θέματα, τις λύσεις και την παρουσίαση τους, μαθαίναμε. Μαθαίναμε πώς να παρουσιάζουμε, πώς να αιτιολογούμε, πώς να απαντάμε, πώς να στεκόμαστε στην κριτική, πώς να φτιάχνουμε μακέτες, πώς να κάνουμε σχέδια, πώς να διαλέγουμε καθηγητή για τη δική μας διπλωματική, πώς να διαλέγουμε θέμα και τίτλο και πώς να φτιάχνουμε αφίσα. Μέσα από τη διαδικασία της διπλωματικής αποκτήσαμε αλληλεγγύη για τους συμφοιτητές μας, μιας και όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι η παράδοση της διπλωματικής εργασίας χρειάζεται τουλάχιστον δέκα άτομα. Όλοι μας έχουμε παράξει γραφικά ή μακέτες για διπλωματικές άλλων, έχουμε σχολιάσει τις συζητήσεις στο διπλανό καμαρίνι, έχουμε κουβαλήσει μακέτες και έχουμε στήσει σχέδια άλλων, έχουμε κάτσει ώρες να περιμένουμε την εκτύπωση σχεδίων, έχουμε σκιτσάρει ιδέες για άλλους και έχουμε υποστηρίξει ψυχολογικά φίλους κατά τη διάρκεια της φάσης παράδοσης.

Ταυτόχρονα μάθαμε πολλά από τη δυναμική των διαφορετικών ιδεολογικών «στρατοπέδων» της σχολής να συζητούν σε έντονους τόνους για τρεισήμισι ώρες ή και παραπάνω για το εάν το θέμα της εν λόγω διπλωματικής εργασίας στέκει, αγνοώντας πολλές φορές ότι όλοι μπροστά μας βλέπαμε δουλειά ενάμισι χρόνου τριών ατόμων απαράμιλλης ποιότητας, που θα μπορούσε να εκτίθεται στο Μπενάκη, υψηλότερης ποιότητας ακόμα και από το επίπεδο των πανεπιστημίων Ivy League στην Αμερική. Μάθημα ήταν και όταν αργότερα ανακοινώνονταν οι βαθμολογίες και ακούγαμε βαθμούς τύπου 7,5/10 σε διπλωματικές εργασίες σαν την προαναφερθείσα μάθημα ήταν για τη δύναμη του σωστού επιχειρήματος στη σωστή επιτροπή ασχέτως με την ουσία της εργασίας. Βλέπαμε πώς η κλήρωση της επιτροπής αξιολόγησης μπορούσε να καταστήσει φοιτητές έρμαια ιδεολογικών αρχιτεκτονικών διαπληκτισμών δεκαετιών – θέμα για το οποίο οι σύγχρονοι ιστορικοί της αρχιτεκτονικής θα έπρεπε να γράψουν περισσότερα – ενώ άλλους η κλήρωση να έχει κατατάξει κατευθείαν για άριστα. Όλα ήταν εκπαιδευτικά. Από όλα όμως πιο ξεκάθαρα θυμάμαι την καλύτερη διπλωματική που έχω δει στο ΕΜΠ από άποψη πρωτοτυπίας, βάθους σκέψης, γραφιστικής γλώσσας και προκλητικής αρχιτεκτονικής πρότασης για μια Αθήνα του μέλλοντος σε περιοχή μεγάλης ιστορικής σημασίας, τη διπλωματική εργασία «ΦΙΞ and the City» του Στέλιου Γιαμαρέλου.

Οι διπλωματικές εργασίες έχουν πολύ μεγάλη δυναμική μιας και πολλές φορές αποτελούν την αρχή μίας πορείας εργασίας που για πολλούς αρχιτέκτονες αποτελεί την ουσία των θεμάτων με τα οποία θα επιδιώξουν να καταπιαστούν στο υπόλοιπο της καριέρας τους, ενώ για άλλους, όπως εγώ και ο Στέλιος για παράδειγμα, αποτελούν μία τελεία και αλλαγή κεφαλαίου, μία έρευνα που έφερε νέες αρχές και καινούριες κατευθύνσεις καριέρας.

Οι διπλωματικές εργασίες της αρχιτεκτονικής σχολής πρέπει, για εμένα, να είναι τολμηρές, να προκαλούν, να είναι ρεαλιστικές, και να μιλάνε για το σήμερα με δεδομένα του πώς θέλουμε το αύριο για την αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Για εμένα οι διπλωματικές εργασίες θα πρέπει να αποφεύγουν τη χρησιμοποίηση αρχιτεκτονικής γλώσσας και ιδεολογίας άλλων, και πρέπει το λιγότερο να προσεγγίζουν τα ίδια θέματα με νέο τρόπο και νέα ενέργεια. Οι διπλωματικές εργασίες πρέπει να αντιπροσωπεύουν τα νιάτα, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να δείχνουν ότι ο φοιτητής ξέρει όλη τη διαδικασία αρχιτεκτονικής παραγωγής ακουμπώντας όλες τις κλίμακες. Με αυτά στο μυαλό μου βαθμολόγησα τις διπλωματικές της περιόδου 2018.

Τέλος, για εμένα, οι διπλωματικές αποτελούν ένα θεσμό που διαμορφώνει την κουλτούρα της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης, και όταν εκλείπει από υποχρεωτικό μάθημα στο πρόγραμμα σπουδών, όπως στην περίπτωση του μεταπτυχιακού μου, την αναζητούμε, την απαιτούμε και αγωνιζόμαστε για να καταφέρουμε να την παραδώσουμε.  

Σύντομο Βιογραφικό

Η Δήμητρα Θεοχάρη είναι επαγγελματίας Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ (2010) και Αρχιτέκτων Τοπίου MLA I ap UTSOA (2012). Έχει παραδώσει από το 2012 πάνω από 60 έργα αρχιτεκτονικής τοπίου διαφόρων κλιμάκων σε πάνω από 15 χώρες και 3 ηπείρους, είτε ως project manager είτε ως μέλος της σχεδιαστικής ομάδας των γραφείων Turenscape, VWA, Ramboll Studio Dreiseitl. Αυτό το διάστημα εργάζεται ως project manager στο γραφείο MSB στο Αμβούργο.

Η διπλωματική της εργασία στο ΕΜΠ υπό το Γιώργο Χαϊδόπουλο είχε ως θέμα τον ανασχεδιασμό της Ιεράς Μονής Βαλτεσινίκου Γορτυνίας στην Αρκαδία -  από όπου και κατάγεται - με τίτλο «Υπακοή». Αυτή η  αρχή αποτελεί τον πιο βασικό κανόνα ζωής των ελληνορθοδόξων μοναχών και ως έννοια περιλαμβάνει όλο το μοναχικό αγώνα των μοναχών. Η εργασία αυτή βραβεύθηκε από από το Faith & Form IFRAA με ένα Religious Art & Architecture Award στην κατηγορία των φοιτητικών εργασιών και ήταν κομμάτι της ετήσιας έκθεσης το American Institute of Architects που κάνει κάθε χρόνο το γύρω της Αμερικής. Η διπλωματική αυτή αποτελεί μέχρι στιγμής το πιο σύγχρονο έργο της στην αρχιτεκτονική. 

Ως αρχιτέκτων τοπίου η Δήμητρα Θεοχάρη σχεδιάζει μεγάλης κλίμακας πάρκα, έργα οικολογικής αποκατάστασης ποταμών, λιμνών, λατομείων, δασών και βουνών ανά τον κόσμο καθώς και εκτεταμένα παραλιακά μέτωπα, ενώ είναι ειδικός σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε θέματα οικολογικής αποκατάστασης μέσα από το σχεδιασμό αρχιτεκτονικής τοπίου και την καινοτομία. Ταυτόχρονα κάνει έρευνα στα παραπάνω θέματα και είναι μέλος σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα με θέματα την αστική καλλιέργεια, την κυκλική οικονομία και ανάπτυξη της πόλης με λύσεις βασισμένες στη φύση, τα ειδικά καιρικά φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής και την αποκαταστατική βιώσιμη ανάπτυξη. Λόγω της ειδίκευσης της σε θέματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και την πόλη καλείται για να διδάξει Nature-based Solutions σε Training Schools και πιο πρόσφατα να μιλήσει σε εκδήλωση των Ηνωμένων Εθνών στο Κίεβο.