Δ031.25 | Σκαγιοπούλειο: Μελέτη επανάχρησης πρώην ορφανοτροφείου αρρένων σε κοινοτικό πολιτιστικό κέντρο στην Πάτρα

Φοιτήτρια: Παναγιωτοπούλου Μαρία - Ανδριάνα
Επιβλέπων: Μπούρας Κωνσταντίνος, Μιχαλοπούλου Κατερίνα
Σχολή: ΠΑΔΑ




Η παρούσα πτυχιακή εργασία εστιάζει στη συνοικία Σκαγιοπούλειου της Πάτρας, με αντικείμενο την επανάχρηση του πρώην Σκαγιοπούλειου Ορφανοτροφείου Αρρένων σε Κοινοτικό Πολιτιστικό Κέντρο. Ο βασικός στόχος ήταν η διατήρηση του νεοκλασικού διατηρητέου κτιρίου, ταυτόχρονα με την επανασχεδίαση των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων του, με σεβασμό τόσο στην ιστορική του αξία όσο και στον ρόλο του στην τοπική κοινότητα.




Στην αρχιτεκτονική, ο χώρος συχνά αντιλαμβάνεται μέσα από όρια: το μέσα και το έξω, το παλιό και το νέο, το γεμάτο και το άδειο. Η παρούσα πρόταση επικεντρώνεται, ωστόσο, στο ενδιάμεσο: στους μεταβατικούς χώρους όπου η αρχιτεκτονική ενισχύει τις σχέσεις, όπου οι χρήστες μπορούν να αλληλεπιδρούν χωρίς να χάνουν την ατομικότητά τους, και όπου η μορφή δεν αποτελεί σταθερό όριο αλλά πλαίσιο διαλόγου. Η πρόταση αναπτύσσει ένα χωρικό λεξιλόγιο που επιτρέπει πολλαπλές και μεταβαλλόμενες χρήσεις, ενθαρρύνει την κοινωνική εμπλοκή και διευκολύνει την επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης μεταξύ ατόμου, κοινότητας και δημόσιου χώρου.






Κεντρικός άξονας της σχεδιαστικής προσέγγισης είναι η φιλοσοφική έννοια των “Σφαιρών” του Peter Sloterdijk, η οποία εξετάζει τη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων στο χώρο. Η έννοια αυτή μεταφράζεται γεωμετρικά μέσω της χρήσης διαγραμμάτων Voronoi, τα οποία οργανώνουν τον χώρο με βάση σχέσεις αλληλουχίας και συνδιαμόρφωσης. Συμπληρωματικά, ένα τρισδιάστατο πλέγμα λειτουργεί ως δομικό πλαίσιο του έργου, μετατρέποντας τις αφηρημένες σχέσεις σε απτή χωρική λογική. Το πλέγμα αυτό γεφυρώνει την υπάρχουσα δομή του κτιρίου με τις επιδιωκόμενες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, παρέχοντας ένα ευέλικτο αλλά δομημένο περιβάλλον όπου συγκλίνουν οι χωρικές και κοινωνικές δυνάμεις. Μέσα από αυτήν την προσέγγιση αναδύεται μία σχεδιαστική γλώσσα που προέρχεται από τον ίδιο τον χώρο, αναδεικνύοντας την τεκτονική του κτιρίου και επανερμηνεύοντας τη γεωμετρία του μέσα από ένα νέο χωρικό πλέγμα.




Ο σχεδιασμός διατηρεί βασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία του ιστορικού κτιρίου, ενώ εισάγει ευέλικτα όρια και ζώνες πολλαπλών χρήσεων. Αυτές οι παρεμβάσεις δημιουργούν ένα δυναμικό Κοινοτικό Πολιτιστικό Κέντρο που προάγει την κοινωνική συναναστροφή, την πολιτιστική έκφραση και τη συλλογική εμπλοκή. Το κέντρο δεν προτείνεται ως στατικός θεσμός, αλλά ως ζωντανό περιβάλλον όπου η ευελιξία, η μάθηση, η κοινωνική φροντίδα και η ενδυνάμωση συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται. Ο στόχος της εργασίας δεν περιορίζεται στην επανάχρηση του χώρου, αλλά επεκτείνεται στο να τον ξανασκεφτεί: μέσα από τους ανθρώπους που θα τον κατοικήσουν, τις σχέσεις που θα δημιουργηθούν και τη μορφή που θα αναπτυχθεί μέσα από αυτή τη συλλογικότητα.




Συνολικά, η μελέτη προτείνει μια μεθοδολογία επανάχρησης που ενσωματώνει την ιστορική διατήρηση, τη χωρική καινοτομία και την κοινωνική αλληλεπίδραση, προσφέροντας ένα πλαίσιο για τη δημιουργία ανθεκτικών, συμπεριληπτικών και πολιτιστικά ενεργών αστικών χώρων.




ΙΣΟΓΕΙΟ – Τα εργαστήρια και το σύστημα των μεταβλητών ορίων

Στο ισόγειο αναπτύσσεται η βασική ιδέα της προσαρμοστικότητας μέσω της λογικής «χώρος μέσα σε χώρο». Το περίγραμμα του κελύφους ορίζει τη ζώνη κίνησης και χρηστικότητας, ενώ στο ενδιάμεσο γεννιέται μια ευέλικτη περιοχή αλληλεπίδρασης.

Ο χώρος οργανώνεται σε τρία τμήματα με μεταβλητά όρια:
– εξωτερικά, διάτρητα όρια σκίασης και διαχωρισμού·
– εσωτερικά, πιο συμπαγή και χρηστικά στοιχεία (γραφεία, ράφια, αποθήκευση, ηχοαπορρόφηση)·
– ενδιάμεσα, μια πολυλειτουργική ζώνη για δράσεις και συνεργασία.





Τη συνολική λειτουργία συντονίζει η σύνθετη δομή κατεύθυνσης στην οροφή, η οποία επιτρέπει εύκολη μετακίνηση, αλλαγή και προσαρμογή των ορίων. Το αποτέλεσμα είναι ένας χώρος ικανός να μεταβάλλεται από εργαστηριακή διάταξη σε πιο ανοικτή ή συλλογική χρήση ανάλογα με τις ανάγκες.




ΟΡΟΦΟΣ – Αναδιοργάνωση των εργαστηρίων και νέες ζώνες δράσης

Στον όροφο, λόγω του μεγαλύτερου εύρους του χώρου, διαμορφώνεται μια νέα οργάνωση που διαιρείται σε τέσσερις ζώνες:
– η γραμμική ζώνη κίνησης που ενώνει τις εισόδους,
– η ευρύτερη περιοχή αλληλεπίδρασης,
– δύο αυτόνομες σταθερές καταστάσεις χρήσης.

Τα όρια συνεχίζουν να λειτουργούν ως κινητά και πολυμορφικά στοιχεία, αυτή τη φορά κυρίως ως κουρτίνες σκίασης και διαχωρισμού που επιτρέπουν μεταβολή της κάτοψης. Πλαισιώνονται από κινητό εξοπλισμό που ενισχύει την ευελιξία.





Η οροφή φιλοξενεί ένα πλέγμα κάλυψης που ενσωματώνει εγκαταστάσεις φωτισμού και εξαερισμού, προστατεύοντας την αισθητική της ξύλινης στέγης. Οι ζώνες μπορούν να μετατραπούν πλήρως, φιλοξενώντας από εργαστήρια έως χώρους προβών και θεάματος.







ΣΟΦΙΤΑ – Η βιβλιοθήκη ως κινούμενο σύστημα γνώσης

Στο πατάρι, το σύστημα ορίων οργανώνει τον χώρο σε δύο βασικές ενότητες:

περιοχή συζήτησης και συνεργασίας,

περιοχή ατομικής μελέτης και έρευνας.

Οι βιβλιοθήκες λειτουργούν ως κινητό όριο που διαχωρίζει νοητά, αλλά και ενώνει λειτουργικά τις δύο καταστάσεις. Μπορούν να μετακινηθούν κατά μήκος της δομής ή και περιστροφικά, προσφέροντας εύκολη προσαρμοστικότητα.





Περιμετρικά αναπτύσσονται πολυεπίπεδες ζώνες για ανάπαυση, μελέτη ή μικρές συζητήσεις, ενώ κινητά booths προσφέρουν προσωρινές νησίδες ιδιωτικότητας. Η σύνθετη δομή στην οροφή υποστηρίζει την κίνηση των βιβλιοθηκών και τον τεχνολογικό εξοπλισμό.




ΤΟ ΚΑΦΕ – Το δεύτερο κτίριο ως κόμβος ροής και χαλάρωσης

Στο δεύτερο κτίριο, υιοθετείται ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία στη διαμόρφωση του χώρου. Ακολουθώντας τη λογική του κεντρικού κελύφους, ο χώρος διαιρείται σε τρεις ζώνες με έναν κεντρικό πυρήνα και δύο πλευρικές περιοχές δράσης.

Οι υπάρχοντες τοίχοι διατηρούνται και λειτουργούν ως σταθερά όρια. Στον πυρήνα διαμορφώνεται το μπαρ, το οποίο ενοποιεί τον χώρο μετατρέποντάς τον σε έναν κόμβο κοινωνικότητας και ροής. Η σύνθετη δομή της οροφής λειτουργεί ως δυναμικό πλέγμα για φωτισμό και τεχνολογικά συστήματα, ενώ ο κινητός εξοπλισμός επιτρέπει τις πλήρεις μεταμορφώσεις του χώρου.





Το νέο μωσαϊκό (terrazzo) δάπεδο επαναφέρει την ενότητα του χώρου, ενώ σταθερά και κινητά στοιχεία συνυπάρχουν για να στηρίξουν ποικίλα σενάρια χρήσης, από καθημερινή λειτουργία έως εκδηλώσεις.




ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ – Το πάρκο ως επανασύνδεση με τον αστικό ιστό

Σε επίπεδο αστικού σχεδιασμού, έγινε η προσπάθεια επανένταξης του πάρκου στο ευρύτερο περιβάλλον της πόλης. Νέες διαδρομές ορίστηκαν με βάση τις υπάρχουσες οδικές χαράξεις και τη σύνδεσή τους με το κτίριο, δημιουργώντας πορείες άμεσης κίνησης αλλά και περιπάτου.

Η οργάνωση του πάρκου συνδέεται με τις αρχές του εσωτερικού σχεδιασμού, δημιουργώντας ζώνες: πρασίνου, νερού, χαλικιού (ζώνες γείωσης), στάσης, άθλησης και παιχνιδιού

Έτσι διαμορφώνεται ένα συμμετοχικό τοπίο που λειτουργεί ως φυσική συνέχεια του κτιρίου.





Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΥΛΗ – Ο ενδιάμεσος πυρήνας της σύνθεσης

Η αυλή αποτελεί καταλυτικό στοιχείο της συνολικής εμπειρίας. Με την αναδιαμόρφωση του κατεστραμμένου περάσματος, δημιουργείται ένα σύστημα επιπέδων, υποβαθμισμένων πλατωμάτων, υπερυψωμένων καταστάσεων, διαδρομών και φυτεύσεων, που ενισχύει τη μετάβαση από τον αστικό ιστό στον πυρήνα του συγκροτήματος.





Ο χώρος λειτουργεί ως ενδιάμεσος, ημιυπαίθριος πυρήνας που συγκεντρώνει, συνδέει και διαχέει τις δράσεις. Πρόκειται για ένα νέο σημείο συνάντησης, παύσης και συνεργασίας, που ολοκληρώνει την πρόταση και επανανοηματοδοτεί τη σχέση κτισμένου και εξωτερικού χώρου.