Φοιτητής: Μπακανός Ιωάννης
Επιβλέπων: Πανηγύρης Κωστής
Σχολή: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Η παρούσα διπλωματική εστιάζει αφενός στο γεγονός ότι το
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στην πόλη του Βόλου, διαθέτει ανεπαρκείς εγκαταστάσεις
όσον αφορά τη διαμονή των φοιτητών, και αφετέρου, στη δημιουργία κοινόχρηστων
χώρων που μπορούν να βοηθήσουν την καθημερινότητα των φοιτητών, μέσω
εγκαταστάσεων που υποστηρίζουν την κοινωνικοποίηση, τα ενδιαφέροντα και τις
ασχολίες τους, στον χώρο διαμονής τους.
Η διαδικασία στέγασης των πρωτοετών φοιτητών του
Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στο Βόλο αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις καθως,
διαθέτουν μόλις 40 δωμάτια αποκλειστικα για πρωτοετεις φοιτητες.
Κύρια ιδέα της πρότασης είναι η δημιουργία κατοικιών για το
πανεπιστήμιο, οι οποίες θα μιμούνται την τοποθέτηση των τμημάτων του σε σχέση
με την πόλη. Έτσι, αντί για την δημιουργία μιας μεγάλης εγκατάστασης, ίσως σε
μία πιο απομακρυσμένη περιοχή με περιορισμένη συγκοινωνία, δημιουργούνται
πολλές μικρότερες συνοικίες φοιτητών κοντά στο κέντρο της πόλης, βοηθώντας στην
οικειοποίηση της.
Οι παρακάτω χάρτες εξετάζουν ορισμένα οικόπεδα τα οποία
θεωρήθηκαν κατάλληλα, με κριτήρια όπως η απόστασή τους από τα τμήματα του
πανεπιστημίου, το κέντρο της πόλης του Βόλου και τις στάσεις των αστικών
συγκοινωνιών. Από τα επιλεγμένα οικόπεδα, εξετάζεται αυτό στο οικοδομικό
τετράγωνο Μωυσέως, Πλάτωνος, 54ου και Ερμού, το οποίο αποτελεί και το πιο
κεντρικό σχετικά με τα υπόλοιπα. Η επιλογή του βασίζεται στην ενδιαφέρουσα τη
μορφολογία του, καθώς έχει ανοιχτά δύο μέτωπα προς τον δρόμο και ευδοκιμεί για
να παραχθούν ενδιαφέρον ενδιάμεσοι χώροι . Επίσης, το σημείο του είναι κομβικό
ως προς όλα τα τμήματα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και την βιβλιοθήκη του.

Με μια βόλτα στη γύρω γειτονιά παρατηρούνται κινήσεις και
μοτίβα στις πολυκατοικίες, όπως αυτό των διώροφων ισογείων, συχνά με πατάρι
λόγω της ύπαρξης κάποιου καταστήματος, τα μπαλκόνια με τις τέντες και,
ανεβαίνοντας προς τα πάνω, η υποχώρηση των όγκων προς τα μέσα για τη δημιουργία
των ρετιρέ.
Οι παραπάνω μορφολογικές κινήσεις αποτέλεσαν πηγή
ενδιαφέροντος και επιχειρήθηκε η ενσωμάτωσή τους στη σχεδιαστική πρόταση. Οι
χειρισμοί αυτοί εφαρμόστηκαν με στόχο τη δημιουργία ενός κτιρίου που
εναρμονίζεται με τον υφιστάμενο χαρακτήρα της γειτονιάς.
Μέσα από πειραματισμούς με την προμακέτα δημιουργούνται
όγκοι, οι οποίοι τοποθετούνται στο οικόπεδο, αναζητώντας έναν διάλογο μεταξύ
του υπάρχοντος περιβάλλοντος και της νέας προσθήκης. Σε πρώτο στάδιο
τοποθετείται ο μέγιστος δυνατός αριθμός ορόφων, ύψους έως 20 μ., και
διαπιστώνεται ότι προκύπτει μια πυκνή μορφοπλασία, κυρίως λόγω της έλλειψης
επαρκών ανοιγμάτων και, κατά συνέπεια, φυσικού φωτισμού και αερισμού.
Λαμβάνοντας υπόψη σε μεγαλύτερο βάθος τα δεδομένα της
γειτονιάς, τα ύψη του κτιρίου προσαρμόζονται πλέον σε αυτά των ήδη υπαρχόντων
της εκάστοτε όψης και, σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους χειρισμούς,
δημιουργούνται περασιές που συμβαδίζουν με τον χαρακτήρα της γειτονιάς. Μέσω
αφαιρέσεων σχηματίζονται κομβικές οπές και διαφάνειες ανά τις όψεις του
κτιρίου, και συγκεκριμένα στα σημεία όπου απαιτείται φυσικός φωτισμός,
επιτυγχάνοντας τη διαμπερότητα του συνόλου. Η πρόσβαση στο κτίριο γίνεται από
τις οδούς Πλάτωνος και 54ου Συντάγματος, ενώ υπάρχει και η
πρόσβαση μέσω περάσματος από τον δρόμο της Ερμού.

Στο ισόγειο, επί της Πλάτωνος, βρίσκεται το φουαγιέ, του
οποίου η λειτουργία μεταβάλλεται μέσω της χρήσης κουρτίνας. Για παράδειγμα,
μπορεί να παραμένει κλειστό όταν φιλοξενείται μια ομιλία ή παρουσίαση, να
ανοίγει όταν διοργανώνεται κάποια εκδήλωση, ενώ κατά τη θερινή περίοδο, με το
άνοιγμα των παραθύρων, ο χώρος μετατρέπεται σε ημιυπαίθριο. Στον πρώτο όροφο
υπάρχει επίσης ένας εξώστης, από τον οποίο είναι δυνατή η παρακολούθηση των
δρώμενων από ψηλά.

Η φοιτητική λέσχη τοποθετείται προς την πλευρά της οδού 54ου
Συντάγματος, ενώ ακριβώς από πάνω βρίσκεται ένας χώρος χαλάρωσης και μελέτης.
Οι δύο αυτοί χώροι έχουν συνδέονται εσωτερικά μέσω του αίθριου, δίνοντας στους
φοιτητές τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ της τραπεζαρίας και του χώρου μελέτης.
Στο ισόγειο υπάρχουν επίσης ορισμένα δωμάτια με δική τους
κουζίνα, σε περίπτωση που κάποιος επιθυμεί να μαγειρέψει.
Όσον αφορά τη διαμόρφωση του εδάφους,
λαμβάνοντας υπόψη την παρουσία ισόγειων κατοικιών, διαμορφώνεται μια κυρτή,
γλυπτική επιφάνεια πρασίνου. Με τον τρόπο αυτό, τα δωμάτια έρχονται σε επαφή με
τον ημιυπαίθριο χώρο και τον χώρο πρασίνου και όχι με μια μεσοτοιχία. Παράλληλα
ενισχύεται ο φυσικός φωτισμός μέσω της αντανάκλασης αυτού, δημιουργώντας μια
πιο ευχάριστη και ελκυστική ατμόσφαιρα για τους χρήστες του ημιυπαίθριου χώρου.
Παράλληλα, μέσω της κλίσης του εδάφους υπάρχει η αίσθηση
μιας ήπιας κατάβασης από το επίπεδο +0.00, βιώνοντας το στοιχείο της κυρτότητας
πιο έντονο. Η αλλαγή των επιπέδων, επίσης, συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός
ιδωτικότερου ορίου ανάμεσα στον κοινόχρηστο χώρο και αυτόν των υπνοδωματίων.
Στον πρώτο όροφο τοποθετείται το γυμναστήριο, το οποίο
αναπτύσσεται σε διπλό ύψος. Περιμετρικά περικλείεται από γυάλινες επιφάνειες,
επιτρέποντας την είσοδο φυσικού φωτός προς το ισόγειο και αερισμού. Με τη
συμβολή των μεγάλων ανοιγμάτων, η σχέση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού ορίου
μεταβάλλεται ανάλογα την εποχή .

Η βασική τυπολογία υπνοδωματίου είναι αυτή του
αμετάβλητου, κατα το οποίο οι λειτουργίες του ενσωματώνονται στους τοίχους
αφήνοντας έναν ελεύθερο διάδρομο. Η τυπολογία του διπλού δωματίου προκύπτει από
την ένωση δύο τυπικών δωματίων. Στο κέντρο τους τοποθετείται ένας ηχομονωτικός
συρόμενος τοίχος, προσφέροντας ευελιξία στη χρήση του χώρου. Αυτή η ευελιξία
επιτρέπει τη συγκατοίκηση: δύο φίλοι μπορούν να ανοίγουν το διαχωριστικό πολλές
φορές μέσα στη μέρα επιτρέποντας συλλογικές δραστηριότητες , όπως να συζητήσουν,
να διαβάσουν μαζί ή για να παίξουν ένα βιντεοπαιχνίδι, ενώ το βράδυ μπορούν να
το κλείνουν ή να το διατηρούν μισάνοιχτο. Ένα ζευγάρι που είτε επιλέγει τον
χώρο, είτε δημιουργείται στην πορεία, έχει την δυνατότητα του τοίχου να
παραμένει μόνιμα ανοιχτός και ο χώρος να αναδιαμορφώνεται εσωτερικά,
συμβαδίζοντας με τις ανάγκες, ενώ όταν χρειάζεται ιδιωτικότητα μπορεί να
κλείνει, επαναφέροντας τον διαχωρισμό των χώρων.

Τέλος η επόμενη τυπολογία υπνοδωματίου έχει την δυνατότητα
φιλοξενίας από ένα έως τέσσερα άτομα. Πρόκειται για έναν μεγαλύτερο χώρο, που
στην αρχική μορφή του περιλαμβάνει ένα υπνοδωμάτιο, καθιστικό και λουτρό.
Όμοια, υπάρχει ο συρόμενος τοίχος, ο οποίος απομονώνει το καθιστικό από τον
υπόλοιπο χώρο. Έτσι, σε περίπτωση φιλοξενίας κάποιου επισκέπτη που
διανυκτερεύει στο καθιστικό, μπορεί να δημιουργηθεί ένας πιο ιδιωτικός χώρος.
Το συγκεκριμένο διαμέρισμα μπορεί επίσης να χωριστεί στα δύο, δημιουργώντας δύο
ανεξάρτητα υπνοδωμάτια που μοιράζονται ένα κοινό λουτρό.
Κοινόχρηστοι χώροι υπάρχουν και κατά όροφο, στους οποίους
προβλέπεται μια κουζίνα–καθιστικό ανά επτά φοιτητές.
Το κτήριο συνδέεται εσωτερικά μέσω μιας συνεχούς
διαδρομής που διατρέχει τους ορόφους, μέσω γεφυρών, και οργανώνει την κίνηση
στο εσωτερικό του.
Ανεβαίνοντας προς τα ανώτερα επίπεδα, οι τρεις
όγκοι του κτιρίου αντιμετωπίζονται σαν διαδοχικά ρετιρέ. Δημιουργούνται
ταράτσες οι οποίες αξιοποιούνται ως υπαίθριοι χώροι συνάντησης, σαν μικρές
πλατείες, σε διαφορετικά υψόμετρα. Εκεί ο φοιτητής μπορεί να πραγματοποιήσει
τόσο ατομικές όσο και συλλογικές δραστηριότητες: από το να καθίσει στον ήλιο
και να διαβάσει ένα βιβλίο, μέχρι το μπάρμπεκιου, την προβολή ταινιών, τη
φιλοξενία μικρών φεστιβάλ, το ομαδικό διάβασμα κατά την εξεταστική περίοδο ή
την ακρόαση μιας φοιτητικής μπάντας.

Στις ταράτσες τοποθετούνται μεταλλικές κατασκευές, μέσω των
οποίων οι φοιτητές μπορούν να ρυθμίζουν τη θέση της σκίασης με ελαφρά υλικά ή
να δημιουργούν μικρότερους επιμέρους χώρους. Σε αυτή του πέμπτου επιπέδου
υπάρχουν εσοχές στο δάπεδο, στις οποίες στηρίζονται με μεταλλικά ελαφρά
υποστυλώματα, όπου με τη χρήση πανιών, δημιουργούνται σκιάσεις, διαχωρισμοί ή
άλλες προσωρινές διαμορφώσεις, σύμφωνα με τις ανάγκες του χρήστη ή της ομάδας
χρηστών. Αντίστοιχα στο τέταρτο επίπεδο προβλέπεται μια σταθερή μεταλλική
κατασκευή, η οποία εξυπηρετεί την ίδια λειτουργία σκίασης, με πανιά.