IN001A.19 Συνέντευξη της Marialuisa Borja Lopez | μέλος της ομάδας Al Borde

Συνέντευξη της Marialuisa Borja Lopez | μέλος της ομάδας Al Borde
Ονοματεπώνυμο: Marialuisa Borja Lopez
Επάγγελμα: Αρχιτεκτόνισσα
Συνέντευξη: Άγγελος Ψιλόπουλος | ΙΟΥΝΙΟΣ 2017
Απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια κειμένου: Αντιγόνη Κολοκυθά


Η Marialuisa Borja Lopez είναι αρχιτέκτονας και μέλος της ομάδας του αρχιτεκτονικού γραφείου “Al Borde” στο Εκουαδόρ. Οι “Al Borde” αντιμετωπίζουν τις πολλαπλές πολυπλοκότητες του επαγγέλματος, βρίσκουν και συμπληρώνουν τα κενά του συστήματος, ώστε να λειτουργήσει. Δε φοβούνται να πειραματιστούν, χωρίς καμία ντροπή, φύσει διαλλακτικοί, αντίθετοι σε δόγματα. Ο τρόπος της σκέψης τους εξελίσσεται σε καθημερινή βάση με πρακτική εργασία. Απομακρυσμένοι από τη θεωρία, προσκολλούν στην τοπική πραγματικότητα. Τα έργα τους πάντα αποσκοπούν στην ενίσχυση της τοπικής ανάπτυξης, έχοντας βασική συνιστώσα την κοινωνική καινοτομία.

H Marialuisa Borja Lopez ήταν προσκεκλημένη κεντρική ομιλήτρια στο Διεπιστημονικό Συνέδριο με Διεθνή Συμμετοχή «Χώροι για το παιδί ή χώροι του παιδιού. Όταν η συνθήκη αγωγής και εκπαίδευσης τέμνεται με την καθημερινότητα της πόλης». Το συνέδριο συνδιοργανώθηκε από τα Τμήματα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών και Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης καθώς και το Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Διοίκηση Ολικής Ποιότητας και Καινοτόμες Εφαρμογές στην Εκπαίδευση» του ΑΠΘ, σε συνεργασία με τις Αρχιτεκτονικές Σχολές ΕΜΠ και Πολυτεχνείου Κρήτης και το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 19 Μαΐου 2017, στο Αμφιθέατρο Ι του ΚΕ.Δ.Ε.Α. του ΑΠΘ. Η συνέντευξη δόθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2017.




Ερώτηση: Το πρώτο ερώτημα είναι τι σημαίνει το όνομα της ομάδας σας, «Al Borde», γιατί προφανώς σημαίνει κάτι, σωστά; Θέλω να πω, κάτι που υποδηλώνει τον τρόπο εργασίας σας, όπως και την προσωπική σας άποψη για την αρχιτεκτονική και όλα τα άλλα.

Απάντηση: Al Borde στα ισπανικά σημαίνει «στο όριο, στην άκρη». Είναι μια έκφραση, όπως ας πούμε στην άκρη του δρόμου ή στην άκρη ενός γκρεμού ή στην άκρη μιας στιγμής. είναι κάτι σαν να είμαστε «πάντα στην άκρη». Για την ακρίβεια, όταν εμπνευστήκαμε το όνομα, το στείλαμε σε μερικούς φίλους ώστε να μας πουν τη γνώμη τους, και μας είπαν: «Αυτό το όνομα… Κανείς δεν πρόκειται να έρθει στο γραφείο σας με το όνομα αυτό. Η αρχιτεκτονική υποτίθεται ότι πρέπει να δίνει σιγουριά και να εμπνέει εμπιστοσύνη στον πελάτη επειδή αφορά ένα κτίριο... Είναι τρελό. οι άνθρωποι θα πάνε εκεί και θα σας πουν να σταματήσετε!». Κι εμείς σκεφτήκαμε: «Εντάξει, λοιπόν, τότε ίσως να είναι ένα καλό όνομα» [γελάει].

Ίσως αυτό είναι το σημείο στο οποίο θέλουμε να φτάσουμε. Δεν συνειδητοποιούσαμε εκείνη τη στιγμή ότι το όνομα επρόκειτο να λειτουργήσει με την κυριολεκτική του έννοια.

Όλα αυτά τα χρόνια η αρχιτεκτονική για εμάς είναι περισσότερο ένα εργαλείο, που μας επιτρέπει να βρεθούμε στο όριο και να αμφισβητήσουμε τον τρόπο ζωής μας και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε. Θα μπορούσαμε να έχουμε σπουδάσει οτιδήποτε άλλο και να το κάναμε το ίδιο με ένα άλλο εργαλείο αλλά σπουδάσαμε αρχιτεκτονική και καταλήξαμε να τη χρησιμοποιούμε σχεδόν σαν μια ευκαιρία για να εξερευνήσουμε αυτόν τον κόσμο με τους δικούς μας όρους. Και το όνομα, πιστεύω, ότι έχει να κάνει με αυτό. Βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο όπου συζητάμε τι σημαίνει να βρισκόμαστε στο όριο, στην άκρη, και δεν ξέρω, πολλοί από τους ανθρώπους που θαυμάζω, όπως και συνάδελφοί μου που θαυμάζω, βρίσκονται επίσης πάντα σε αυτή την αναζήτηση. Έτσι, μερικές φορές, το να βρίσκεσαι «στο όριο» είναι σαν μια στάση.


Η ομάδα



Ερ.: Αλλά πώς θα προσδιορίζατε αυτό το όριο; Γιατί για μερικούς η αρχιτεκτονική είναι ένα φορμαλιστικό ή τεχνολογικό πείραμα, ενώ για άλλους είναι ένα κοινωνικό πείραμα…

Απ.: Όχι. Μοιάζει περισσότερο με μια στάση. Αν για παράδειγμα βρίσκεστε στο όριο κάποιου πράγματος και δεν ξέρετε τι να περιμένετε, τότε αυτό σας προκαλεί φόβο αλλά και ενδιαφέρον, επειδή έχετε την περιέργεια να πάτε πιο μακριά, αλλά δεν έχετε ένα σαφές μονοπάτι. Επομένως το να κυνηγάς κάτι άγνωστο. Κατά κάποιον τρόπο η ίδια η διερεύνηση μπορεί να δημιουργεί ένα τέτοιο περιβάλλον από μόνη της. Στα ισπανικά, η έκφραση «Al Borde» δεν παραπέμπει ειδικά σε μια τεχνική ή κοινωνική έννοια. Είναι μια έκφραση που σημαίνει ότι βρίσκεσαι στο όριο ενός πράγματος, είναι σχεδόν σαν είσαι έτοιμος να κάνεις ένα άλμα από αυτήν την άκρη.

 

Ερ.: Θεωρείτε το γραφείο σας συνδεδεμένο με το ιδιαίτερο πολιτισμικό σας περιβάλλον ή νομίζετε ότι απευθύνεστε σε ένα ευρύτερο κοινό κρατώντας μεγαλύτερη απόσταση από τις ειδικές συνθήκες του τόπου από τον οποίο προέρχεστε; Επειδή είπατε πως το «Al Borde» έχει ένα ιδιαίτερο νόημα στα ισπανικά, σωστά; Όλοι ισχυρίζονται ότι βρίσκονται στην αιχμή των πραγμάτων, αλλά για εσάς φαίνεται να έχει ένα πιο ιδιαίτερο νόημα.

Απ.: Ναι είναι ιδιαίτερο, επειδή κάθε φορά πρόκειται για μια πολύ προσωπική αναζήτηση για καθέναν από τους τέσσερίς μας. Για κάθε έργο που υλοποιούμε προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο ώστε να διασκεδάζουμε σχεδιάζοντας ή φτιάχνοντας το έργο αυτό, αλλά πραγματικά να διασκεδάζουμε και όχι μόνο λίγο αλλά πολύ. Θέλουμε να μαθαίνουμε κάτι παραπάνω και να ασκούμε κριτική στον εαυτό μας για αυτά που κάναμε στο παρελθόν.

Έτσι, για εμάς είναι πολύ προσωπικό και αισθάνομαι ότι κάθε έργο έχει ένα κομμάτι του εαυτού μου, σαν να μπορεί να μιλήσει για το ποιοι είμαστε. Εντέλει, αυτό είναι που νομίζω ότι έχουμε καταφέρει μέσα στο διεθνές αρχιτεκτονικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούμαστε. Βεβαίως υπάρχουν πάντα τόσο διεθνείς όσο και τοπικές αναφορές σε ένα έργο, αλλά όταν συζητάμε για τα έργα η συζήτηση αφορά πιο πολύ προσωπικά ζητήματα, όπως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ή τα πράγματα που μας ενοχλούν στο περιβάλλον μας ως αρχιτέκτονες ή ως άνθρωποι. Επομένως υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς. Ζούμε σε μια μικρή πόλη στον Εκουαδόρ, στη Λατινική Αμερική, οπότε υπάρχουν ήδη πολλές μεταβλητές που την ξεχωρίζουν από άλλες περιοχές.

 

Ερ.: Σχετικά με αυτό που είπατε, ότι «επιδιώκετε να διασκεδάζετε», μπαίνω στον πειρασμό να σας ρωτήσω: τι σημαίνει «διασκέδαση» για εσάς;

Απ.: Αλλάζει με τον χρόνο. Για παράδειγμα, όταν αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο ήθελα στ’ αλήθεια να κάνω κάτι με τα χέρια μου. Έχω αυτή την εμμονή με το σχέδιο και δεν μου άρεσε τόσο πολύ να σχεδιάζω με τον υπολογιστή. Προτιμώ να σχεδιάζω με τα χέρια γιατί προσωπικά με βοηθά να καταλαβαίνω και να θυμάμαι καλύτερα τα πράγματα που σχεδιάζω σε σύγκριση με την ανάγνωση ή οποιοδήποτε άλλο εργαλείο. Έτσι, [όταν ξεκινούσα] ήθελα να κάνω κάτι με τα χέρια μου. Και σκεφτόμουν τι θα μπορούσα να κάνω στο Εκουαδόρ, που εκείνη την εποχή ήταν ακόμα σε κρίση και κανείς δεν πίστευε όταν αποφοιτούσε ως αρχιτέκτονας πως θα είχε αρκετή δουλειά από μόνος του, μερικές φορές, αν ήσουν τυχερός, έβρισκες μία θέση σε κάποιο αρχιτεκτονικό γραφείο. Το γεγονός ότι δεν ήθελα να ψάξω για δουλειά και ότι προσπάθησα να αρχίσω να εξερευνώ κάποιες άλλες επιλογές, όπως το να παίζω και να πειραματίζομαι με τα υλικά, ήταν κάτι πολύ ηλίθιο για τους γονείς μου. Από την άλλη, εγώ σκέφτηκα: «Λοιπόν, ίσως δεν είναι δουλειά, όπως ορίζουμε τη δουλειά με όρους μισθού ή κερδοφορίας, αλλά σίγουρα υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς στο Εκουαδόρ γιατί δεν έχουμε εξερευνήσει ακόμα όλο το εύρος των δυνατοτήτων που μπορεί να προσφέρει η χώρα και η πόλη μου».

Υπάρχουν πολλά προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν και είμαι βέβαιη ότι η αρχιτεκτονική μπορεί να συμβάλει στην επίλυσή τους. Υπάρχουν πολλοί αυθόρμητοι οικισμοί, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν σπίτια, μπορείτε δηλαδή να βρείτε πολλά προγράμματα στα οποία μπορούν να εμπλακούν οι αρχιτέκτονες, απλώς δεν υπάρχουν τόσα χρήματα σε αυτού του είδους τα έργα. Δεν με ένοιαζε, γιατί ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον για εμένα να εμπλακώ σε αυτά τα προβλήματα και να δω τι θα συμβεί.

 

Ερ.: Λοιπόν, ποιο είναι το πελατολόγιό σας;

Απ.: Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση.

 

Ερ.: Εννοώ, φαίνεται πως για εσάς η αρχιτεκτονική είναι ένας τρόπος επίλυσης προβλημάτων, και αυτό αφορά βασικά τον σχεδιασμό μιας στρατηγικής χρησιμοποιώντας την αρχιτεκτονική ως εργαλείο. Έτσι, το όλο ζήτημα για μένα φαίνεται να επιστρέφει στο πώς τοποθετείτε τον εαυτό σας στο πεδίο της αρχιτεκτονικής.

Απ.: Λοιπόν, ένα άλλο πράγμα είναι ότι προσπαθούμε να μην έχουμε κανένα δόγμα. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή σχεδιάσει είχαμε τρία σπίτια για συγκεκριμένους πελάτες και όταν ήρθε το τέταρτο αναρωτηθήκαμε:  «Γιατί κάνουμε το τέταρτο σπίτι; Γιατί είναι ενδιαφέρον για εμάς; Αποτελεί κίνητρο για εμάς να κάνουμε ένα ακόμα σπίτι ή όχι; Τι θα γινόταν αν προσθέταμε κάτι σε αυτό το τέταρτο σπίτι, έτσι ώστε να μην είναι απλώς ένα τέταρτο σπίτι;» Εκείνη τη φορά δουλεύαμε με ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, κάνοντας πειραματισμούς με ανακυκλωμένα υλικά. Μάλιστα, υπήρξαν και μερικοί άνθρωποι, μερικοί φοιτητές συγκεκριμένα που ήρθαν να συνεργαστούν μαζί μας. Με αφορμή αυτού του είδους τη συνεργασία συζητήσαμε με τον ιδιοκτήτη την ιδέα ότι η κατασκευή θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία για τους φοιτητές της αρχιτεκτονικής να χτίσουν και να μάθουν πώς να κατασκευάζουν, διότι στη σχολή αρχιτεκτονικής στο Εκουαδόρ μαθαίνεις πολλά για αυτό, δεν έχεις στενή επαφή με την κατασκευή.


Ερ.: Περισσότερο σαν αρχιτεκτονική «στα χαρτιά»;

Απ.: Ναι, έτσι. Ήταν μια μεγάλη ανακάλυψη για εμένα όταν άρχισα να χτίζω και ειλικρινά μου αρέσει πολύ. Αφού λοιπόν υπήρχαν και οι φοιτητές που ενδιαφέρονταν για αυτό, σκεφτήκαμε ότι ίσως θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία. Το συζητήσαμε με τους ιδιοκτήτες και αισθάνθηκαν άνετα με την ιδέα μας. Οπότε, αυτό το τέταρτο σπίτι δεν σχεδιάστηκε μόνο ως σπίτι, αλλά έχει αυτό το άλλο συστατικό στοιχείο ότι κάναμε επί τόπου workshop στο οποίο οι φοιτητές συμμετείχαν στην κατασκευή. Στην περίπτωση αυτή, ακόμα και οι οικοδόμοι, που κανονικά στο Εκουαδόρ δεν θεωρούνται πως έχουν ισότιμη θέση με τους αρχιτέκτονες, μπορούσαν εξίσου να διδάξουν τους φοιτητές. Ήταν κάτι ωραίο, αφού ο οικοδόμος γνωρίζει πολλά για την κατασκευή, κι έτσι τους μάθαινε πώς να φτιάχνουν έναν τοίχο, πώς να ορίζουν τα επίπεδα και ούτω καθεξής.

Ήταν μια ωραία εμπειρία. Δεν μπορούσαμε να το κάνουμε μόνοι μας και δεν θέλαμε να επεκταθούμε ως γραφείο –είμαστε τέσσερις και συνεργαζόμαστε με τέσσερις ασκούμενους, έτσι γινόμαστε οκτώ– αλλά σε αυτό το έργο έπρεπε να το κάνουμε, επειδή αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε τα πάντα. Αποφασίσαμε λοιπόν να συνεργαστούμε με μια νεαρή κολεκτίβα αρχιτεκτόνων που είχαν αποφοιτήσει πρόσφατα, και όταν ήταν στο πανεπιστήμιο εξέδιδαν ένα περιοδικό αρχιτεκτονικής φροντίζοντας ταυτόχρονα για όλα τα οικονομικά του εγχειρήματος ώστε να διανέμεται δωρεάν στους φοιτητές. Για εμένα αυτό είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά, η έρευνα μαζί με την αναζήτηση χρηματοδότησης Έτσι σκεφτήκαμε: «Εντάξει, νομίζουμε ότι είναι τέλειοι για να αναλάβουν αυτό το κομμάτι, ας δουλέψουμε μαζί τους». Έτσι ξεκινήσαμε μια συνεργασία και κάναμε μαζί την υλικοτεχνική διαχείριση και τα κατασκευαστικά workshops.

Καταλήξαμε να κάνουμε τρία workshops με τους φοιτητές στο συγκεκριμένο σπίτι και ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία για όλους μας, νομίζω. Αυτόν τον τρόπο σκέψης έχουμε διαρκώς. Για παράδειγμα, στα σχολεία που χτίσαμε στα παράλια –τα έργα των «Ελπίδων»–…

 

Ερ.: Τα «Esperanzas»; (σ.σ. –αναφέρεται σε τρία σχολεία τα οποία κατασκευάστηκαν για την αγροτική κοινότητα του Puerto Cabuyal, στο Εκουαδόρ).

Απ.: Μάλιστα. Όταν σχεδιάσαμε το δεύτερο κτίριο, θέσαμε υπό αμφισβήτηση πολλά από όσα είχαμε κάνει στο πρώτο και όταν σχεδιάσαμε το τρίτο προέκυψαν ερωτήματα τόσο για το δεύτερο όσο και για το πρώτο. Χρειάστηκε να αναρωτηθούμε: γιατί να κάνουμε το ίδιο πράγμα ξανά; Ή γιατί αυτοί οι άνθρωποι να θέλουν ακόμα να συνεργαστούν μαζί μας αφού ξέρουν πώς να χτίσουν ή πώς να σχεδιάσουν;

Οπότε ενώ για το πρώτο προτείναμε ένα σχέδιο, για το δεύτερο εστιάσαμε σε ένα κατασκευαστικό σύστημα. Επρόκειτο για ένα σύστημα με σκαλωσιές που αναδιπλώνονται (trip–up scaffolding system), το οποίο οι άνθρωποι εκεί χρησιμοποιούν ήδη για την κατασκευή των σπιτιών. Σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσαμε να αντιγράψουμε τα trip–ups, όχι όμως [για να χρησιμοποιηθούν] σαν σκαλωσιές αλλά ως αυτοτελή κατασκευαστικά στοιχεία –απλώς να τοποθετήσουμε πολλά trip–ups σε όλη την έκταση του χώρου, να ακολουθήσουμε το σύστημα και να μιλήσουμε με τους ντόπιους για να δούμε μαζί τους ποιο θα ήταν ένα καλό μέρος για να κατασκευάσουμε τις πλατφόρμες.

Το πρόβλημά μας ήταν ότι εμείς βρισκόμασταν στο Quito [σ.σ. εκεί βρίσκεται η έδρα της ομάδας Al Borde], σε ένα γραφείο, και έπρεπε να σχεδιάσουμε ένα τμήμα του σχολείου σε μία αγροτική, επαρχιακή περιοχή όπου δεν υπάρχει ηλεκτρισμός. Δεν είχαμε επομένως διαδίκτυο ή κάποιο άλλο μέσο επικοινωνίας με τους κατοίκους εκεί. Θα πηγαίναμε [εκεί] μόνο μια φορά για να το κατασκευάσουμε, οπότε θα έπρεπε να είμαστε αποτελεσματικοί, χρησιμοποιώντας στο έπακρο όλους τους πόρους που διαθέταμε, ακόμα και στο ίδιο μας το γραφείο.

Έτσι, προσπαθήσαμε να σκεφτούμε ένα σύστημα (έναν τρόπο οικοδόμησης), ώστε να το μοιραστούμε με τους ανθρώπους εκεί και να αποφασίσουν οι ίδιοι [το πώς να αναπτύξουν τους χώρους όταν και όποτε τους χρειάζονται]. Διαφορετικά, εάν είχαμε μία ολοκληρωμένη πρόταση, υπήρχε το ενδεχόμενο να πηγαίναμε εκεί και η πρότασή μας να μην τους άρεσε. Οπότε θα έπρεπε να επιστρέψουμε, να ξανασχεδιάσουμε και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα αυτή η διαδικασία να επαναλαμβάνεται συνεχώς. Θα σπαταλούσαμε λοιπόν πολλούς πόρους που δεν διαθέταμε, γιατί δεν είχαμε πολλά χρήματα για να πηγαίνουμε μπρος και πίσω σε αυτή την περιοχή.

Γι’ αυτό λοιπόν καταλήξαμε, αντιθέτως, σε αυτό το κατασκευαστικό σύστημα, και ήταν τέλειο. Σχεδιάσαμε το σύστημα, ορίσαμε πού θα τοποθετηθούν οι πλατφόρμες όταν πήγαμε εκεί, χτίσαμε το κτίριο σε μία εβδομάδα και έπειτα όταν οι άνθρωποι, η κοινότητα, χρειάστηκαν περισσότερο χώρο το έκαναν οι ίδιοι –και μάλιστα συνεχίζουν να επεκτείνουν τον χώρο.


http://www.albordearq.com/esperanza-dos-second-hope
Esperanzas υπό κατασκευή

Esperanzas σε χρήση










Ερ.: Και όσον αφορά το τρίτο κτίριο;

Απ.: Το τρίτο ήταν μια έκπληξη για εμάς, επειδή μετά το δεύτερο θεωρήσαμε ότι αυτό το σύστημα ήταν ήδη ο πιο απλός και λιτός τρόπος για να παρέμβει κανείς σε ένα τέτοιο μέρος. Τότε όμως ήρθαν και μας είπαν ότι χρειάζονται έναν βρεφονηπιακό σταθμό και έναν ξενώνα για τους δασκάλους που έρχονται από άλλες περιοχές –διότι πρόκειται για ένα πολύ απομονωμένο σχολείο. Μερικές φορές ο δάσκαλος του σχολείου προσκαλεί άλλους διδάσκοντες για να διδάξουν μαθήματα θεάτρου, μουσικής κ.λπ. Επομένως, διερωτηθήκαμε γιατί να πάμε για άλλη μια φορά εκεί, αφού είδαμε ότι αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν ήδη πώς να οικοδομήσουν, όλη τους τη ζωή έχτιζαν τα ίδια τους τα σπίτια.

Έτσι πήγαμε εκεί, συζητήσαμε και περιπλανηθήκαμε στην περιοχή και τότε είδαμε το σπίτι ενός ψαρά που έμοιαζε με εξάγωνο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είχαν χτίσει τα σπίτια τους με πιο τετράγωνο ή ορθογώνιο σχήμα. Έτσι, όταν είδαμε αυτό το εξαγωνικό σπίτι, με ένα είδος «διπλού ύψους»…


Ερ.: …σαν ένα πατάρι;

Απ.: Ναι, ήταν μια πολύ περίεργη τυπολογία, σαν να την είχε εφεύρει εκείνος μόνος του. Σκεφτήκαμε λοιπόν: «Αν ενδιαφέρονται για πειραματισμούς –και άλλωστε μας καλούν γι’ αυτόν το λόγο– τότε ίσως θα μπορούσαμε να τους διδάξουμε κάποια εργαλεία πειραματισμού».

Έτσι, προσπαθήσαμε να τα συνοψίσουμε σε τέσσερα βήματα, αντίστοιχα με εκείνα που χρησιμοποιούμε οι ίδιοι όταν σχεδιάζουμε: το πρώτο ήταν η επίγνωση των πραγματικών δεδομένων [σ.σ. δηλαδή οι πραγματικοί όροι του προβλήματος και του οικοπέδου], στη συνέχεια, η οργάνωση αυτής της πραγματικότητας σε αντικειμενικές και υποκειμενικές ιδέες, έπειτα η μετατροπή τους σε αρχιτεκτονικές έννοιες και τέλος το να δούμε πώς η τεχνολογία και τα υλικά μπορούν να λύσουν αυτά τα αρχιτεκτονικά προβλήματα. Συνειδητοποιήσαμε ότι οι άνθρωποι ήξεραν ήδη πώς να αντιμετωπίζουν το πρώτο και το τελευταίο βήμα, δηλαδή είχαν επίγνωση των πραγματικών δεδομένων και να γνώριζαν την οικοδομική τεχνολογία και τα υλικά. Έτσι, αποφασίσαμε να τους διδάξουμε τα δύο μεσαία βήματα: να συνθέτουν ιδέες και να τις μεταμορφώνουν σε αρχιτεκτονικές έννοιες.

Και αυτό ακριβώς κάναμε: πηγαίναμε εκεί για σχεδόν έναν χρόνο, μία φορά τον μήνα, για τρεις με τέσσερις ημέρες κάθε φορά, γιατί είναι τόσο μακριά ώστε έπρεπε να μείνεις εκεί, να κοιμηθείς και να φας κι όλα τα σχετικά. Ήταν πραγματικά πολύ ενδιαφέρον γιατί είχαμε μαθητές ηλικίας από δεκατεσσάρων έως εβδομήντα ετών –μερικοί από αυτούς δεν ήξεραν  να διαβάζουν ή να γράφουν, γιατί είναι μια πολύ απομονωμένη κοινότητα ψαράδων. Επίσης δεν χρησιμοποιούν ιδιαίτερα το χρήμα, αντίθετα βασίζονται σε πολλές ανταλλαγές. Τα χρήματα δεν είναι τόσο… [σημαντικά], για παράδειγμα δεν έχουν καταστήματα με πράγματα και άλλα τέτοια. Είναι ψαράδες, ασχολούνται και λίγο με τη γεωργία, τα χρήματα που έχουν προέρχονται από το ότι μερικές φορές πουλούν τα ψάρια. Έχουν όμως την ξυλεία από τα δέντρα και με αυτήν χτίζουν οι ίδιοι τα σπίτια τους. Έτσι, η δυναμική εκεί είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν της πόλης.

Αποφασίσαμε λοιπόν να τους διδάξουμε αυτές τις πρακτικές, έχοντας τον βρεφονηπιακό σταθμό ως αφορμή για να κάνουν κάποιες αρχιτεκτονικές ασκήσεις. Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία να βλέπουμε και να συζητάμε αυτές τις μακέτες που έκαναν… Μάλιστα, καθώς έφτιαχναν οι ίδιοι τα σπίτια τους, έκαναν τις μακέτες όπως θα τις έκαναν και στην πραγματική ζωή, ας πούμε. Στο τέλος, έχτισαν τον βρεφονηπιακό σταθμό και μετά τον ξενώνα των δασκάλων. Και αυτό ήταν το τέλος του project. Αυτή ήταν η τρίτη «Ελπίδα».

 

Ερ.: Είναι φανερό ότι θολώνετε κάπως τα όρια μεταξύ της διδασκαλίας και του σχεδιασμού: τη μια φορά σχεδιάζετε σαν τυπικοί αρχιτέκτονες, έπειτα ενσωματώνετε workshops στη σχεδιαστική διαδικασία και στο τέλος χρησιμοποιείτε τη διδασκαλία για να ενδυναμώσετε μια ολόκληρη κοινότητα ώστε τα μέλη της να σχεδιάσουν για τον ίδιο τους τον οικισμό. Έχω την εντύπωση ότι διδάσκετε σε αρκετά προγράμματα σε διάφορα πανεπιστήμια. Επομένως, αναρωτιέμαι πώς επιστρέφετε σε μια τυπική αίθουσα για να διδάξετε τους φοιτητές σας σε μια σχολή αρχιτεκτονικής. Μια και το λέμε, ήσασταν πάντα αρχιτέκτονες και δάσκαλοι ταυτόχρονα, ή αυτό είναι κάτι που ήρθε αργότερα;

Απ.: Όχι. Τα δύο ήταν πάντα παράλληλα.

 

Ερ.: Είχατε λοιπόν κάποια εξέλιξη στον τρόπο διδασκαλίας σας, όπως εξελιχθήκατε και στην αρχιτεκτονική σας πρακτική;

Απ.: Ναι, έτσι νομίζω. Για παράδειγμα, όταν διδάσκαμε στα κατασκευαστικά εργαστήρια κάναμε παράλληλα και πολλές συζητήσεις. Μιλάμε πολύ. Περισσότερο από τον μισό χρόνο στο στούντιο τον περνάμε συζητώντας. Θυμάμαι ότι είχα αυτές τις ερωτήσεις στο μυαλό μου: «Πώς θα διδάξω αν δεν τα ξέρω εγώ η ίδια όλα αυτά τα πράγματα;» ή «Αν γνώριζα όλες τις τεχνολογίες που υπάρχουν στον κόσμο, τότε πώς θα τις διδάξω;». Και θυμάμαι ότι όσο συζητούσαμε το θέμα αυτό, καταλήξαμε στην ιδέα ότι το καλύτερο είναι να έχουμε αυτό το πνεύμα της θέλησης για μάθηση. Έτσι, ίσως μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο να διδάξουμε στους φοιτητές μια μεθοδολογία ή μια στρατηγική ώστε να μπορούν να μάθουν από μόνοι τους. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;

Επίσης, πιστεύω ότι σε αυτή την περίπτωση η ευθύνη βαραίνει περισσότερο τον φοιτητή παρά τον δάσκαλο –που είναι κάτι που με ανακουφίζει πολύ [γελάει]– ακόμη και για τα μικρά πράγματα. Για παράδειγμα, αν χρειαστεί να ανεβούμε ψηλά για να κατασκευάσουμε μια στέγη, οι μαθητές που δεν αισθάνονται άνετα με το ύψος δεν θα ανέβουν, μόνο εκείνοι που αισθάνονται άνετα. Αν υπάρχει κάποιος που φοβάται –για παράδειγμα εγώ– και παρ’ όλα αυτά θέλει να ανέβει, τότε είναι εξίσου εντάξει, αλλά είναι επίσης και δική του ευθύνη...

 

Ερ.: …να το αποφασίσει.

Απ.: Ακριβώς. Μπορώ να τους διδάξω πώς να χρησιμοποιούν ένα τρυπάνι και άλλα τέτοια πράγματα, τα οποία μαθαίνω και εγώ παράλληλα, πώς να φτιάχνουν μια στέγη με κεραμίδια και άλλα παρόμοια πράγματα. Αλλά πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό είναι απλώς μια αφορμή για κάτι [άλλο]. Και αυτό που θέλουμε είναι να προωθήσουμε αυτόν τον τρόπο σχεδιασμού, σκέψης ή αρχιτεκτονικής.

Γι’ αυτό, τώρα στο πανεπιστήμιο όπου διδάσκουμε, τρεις ώρες από το Quito, λέμε στους φοιτητές ότι πρέπει να βρουν ένα προσωπικό πρόβλημα ή ακόμα κι ένα όνειρο, το οποίο θα πρέπει να λύσουν με την αρχιτεκτονική. Έχουν ένα εξάμηνο για να το σχεδιάσουν και να το κατασκευάσουν και αποφασίζουν για τα πάντα. Αν επιθυμούν να πληρώσουν κάποιον να τους το φτιάξει, μπορούν να το κάνουν. Αν θέλουν να δαπανήσουν τα ίδια χρήματα, για παράδειγμα, για εκτυπώσεις, μπορούν να το κάνουν. Αν δεν θέλουν να ξοδέψουν τίποτα, μπορούν να το κάνουν. Αλλά θα πρέπει να καταλάβουν πώς.

 

Ερ.: Ποιο θα είναι το πρόβλημα…

Απ.: Ναι, και πώς θα το λύσουν. Έτσι, αν δεν θέλεις να πληρώσεις, μπορείς να το κατασκευάσεις με τους φίλους σου ή να κάνεις κάτι πολύ απλό χρησιμοποιώντας μονάχα τους πόρους που είναι διαθέσιμοι μέσα στο δωμάτιό σου. Υπάρχουν ωραία παραδείγματα, όπως μια φορά που ένας τύπος έχτισε μια μικρή καλύβα…

 

Ερ.: Μια καλύβα;

Απ.: Καλύβα, ναι, σε μια αγροτική περιοχή, επειδή προερχόταν από την επαρχία και ήθελε να μελετά εκεί και να επισκέπτεται τους δικούς του. Έτσι, έχτισε μια καλύβα με τα υλικά που υπήρχαν ήδη στο περιβάλλον, όπως ξύλο, ανακυκλωμένο γυαλί ή χώμα.

Υπάρχει ένα υλικό στα ορεινά, το οποίο χρησιμοποιείται σε πολλές κατασκευές αγροτικών περιοχών –το ονομάζουμε «baja»– και κατασκεύασε την οροφή με αυτό. Επρόκειτο για ένα μέρος δικό του όπου μπορούσε να παίξει την κιθάρα του, να ζωγραφίσει, να απολαμβάνει τη θέα. Η οικογένεια τον βοήθησε να το κατασκευάσει, οπότε πραγματικά δεν ξόδεψε χρήματα. Ή, υπήρχε ένας άλλος τύπος που συνέθετε ραπ τραγούδια και ήθελε ένα μέρος για να ηχογραφήσει τη μουσική του στο δωμάτιό του. Έτσι, σχεδίασε ένα πολύ βασικό και απλό σύστημα με πάνελ – ήταν απλώς δύο τοίχοι, διότι ήθελε να το τοποθετήσει στη γωνία. Και κατάφερε να ηχογραφήσει το CD του. Στη συνέχεια, η ιστορία του δημοσιεύθηκε σε μια τοπική εφημερίδα, και μετά πήγε στον Παναμά για να δώσει συναυλία ή κάτι τέτοιο! Επομένως η πρόοδός του ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και είμαστε πραγματικά χαρούμενοι όταν συμβαίνουν τέτοια πράγματα.

Το πανεπιστήμιο του Quito κάλεσε αυτούς τους φοιτητές για να δώσουν μια διάλεξη σε άλλους φοιτητές σχετικά με το πώς έφτιαξαν αυτά τα έργα. Ήταν πολύ ενδιαφέρον να βλέπουμε τους φοιτητές να στέκονται μπροστά στο κοινό, να εξηγούν στους άλλους φοιτητές τα σχέδιά τους και ούτω καθεξής. Ξέρετε, ήταν πολύ προσωπικά έργα. Θυμάμαι ένα κορίτσι που είπε: «Εντάξει, το όνειρό μου ήταν να έχω ένα μέρος όπου μπορώ να αναπνεύσω, να βλέπω ταινίες και να γράφω και να ζωγραφίζω, χωρίς τους γονείς μου, επειδή αισθάνομαι μεγάλη πίεση όταν οι γονείς μου είναι γύρω μου. Γι’ αυτό έπρεπε να ξεφύγω και να έχω έναν χώρο μόνο για μένα» –βλέπετε, ζούσε με τους γονείς της. Είναι κάτι πολύ δύσκολο να μοιραστεί κανείς σε ένα συνέδριο, μία διάλεξη, και η ίδια ήταν πολύ αγχωμένη. Αλλά νομίζω ότι ήταν μια καλή εμπειρία.

Το να στέκεσαι μπροστά σε τόσο κόσμο, το να μαθαίνεις πώς να παρουσιάζεις ένα έργο, το να χρησιμοποιείς το PowerPoint και το να μαθαίνεις πώς να είσαι πιο προσεκτικός με τις εικόνες που χρησιμοποιείς, όλα αυτά είναι σαν την αφήγηση ενός παραμυθιού που μόνο εσείς γνωρίζετε. Έτσι πρέπει να είστε συγκεκριμένοι, ώστε οι άνθρωποι πραγματικά να καταλάβουν για τί μιλάτε και ούτω καθεξής. Έτσι όλα είναι, με κάποιο τρόπο, μια ευκαιρία να μάθεις κάτι. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο είμαστε τώρα. Θελήσαμε επίσης να φτιάξουμε ένα βιβλίο σχετικά με αυτά τα έργα και μάλιστα σχεδιάζουμε αυτό το βιβλίο τούτη τη στιγμή.


HOUSE UNDER CONSTRUCTION


PENTIMENTO HOUSE



Ερ.: Βέβαια, αυτός ο τρόπος πάει κόντρα στο μοντέλο σύμφωνα με το οποίο πρέπει να διδάξετε στους φοιτητές σας μια ειδικότητα, κάτι που σημαίνει και κάποιες συγκεκριμένες εξειδικευμένες γνώσεις, όπως και μια συγκεκριμένη δομή στην εκπαίδευση η οποία είτε είναι χρήσιμη στην αγορά, είτε ανταποκρίνεται σε έναν εμπεδωμένο τρόπο με τον οποίο γίνονται τα πράγματα. Νομίζετε ότι η κρίση, στην οποία αναφέρατε νωρίτερα ότι βρίσκεται η χώρα σας, είχε κάποια επιρροή στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεστε τη διδασκαλία;

Απ.: Αυτό που νομίζω ότι μάθαμε από την κρίση είναι να έχουμε λιγότερο φόβο απέναντι στον πειραματισμό, να τη δούμε σαν μια ευκαιρία. Διότι, όταν αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο –και ανέφερα πως κανείς δεν είχε την ελπίδα ότι θα βρει δουλειά ως αρχιτέκτονας– δεν είχα τίποτα να χάσω. Προσπαθούσα να βρω μια δουλειά την οποία δεν θεωρούσα τόσο ενδιαφέρουσα, ώστε να έχω χρήματα για να συντηρήσω τον εαυτό μου. Προσωπικά όμως, δεν αισθανόμουν τόσο άνετα με αυτό. Αισθάνθηκα πιο άνετα προσπαθώντας να πειραματιστώ και να κάνω άλλα πράγματα. Σκέφτηκα: «Λοιπόν, αν πρέπει να περιμένω μέχρι να έχω χρήματα για πειραματισμό, τότε ίσως πεθάνω πριν μου δοθεί η ευκαιρία να πειραματιστώ».

Επομένως, αυτό που κάνουμε είναι να χρησιμοποιήσουμε οτιδήποτε έχουμε διαθέσιμο εκείνη τη στιγμή. Είναι ενδιαφέρον, διότι αμφισβητούμε συνεχώς το πόσο καλοί ή κακοί είμαστε ως μελετητές, ως προς την ικανότητά μας να επιλύουμε προβλήματα, να βρίσκουμε τον δικό μας τρόπο και να προτείνουμε λύσεις για έναν πελάτη ή μια κοινότητα σε μια δεδομένη στιγμή. Στο δικό μου μυαλό, εάν μπορείς να το κάνεις αυτό όταν βρίσκεσαι σε κρίση, όταν δηλαδή το ευρύτερο συναίσθημα είναι εκείνο του φόβου ή της επιφύλαξης, τότε ίσως μπορείς να το κάνεις και σε διάφορα άλλα επίπεδα.

Νομίζω ότι με διάφορους τρόπους αντιμετωπίζουμε αυτά τα συναισθήματα ερχόμενοι αντιμέτωποι με τον εαυτό μας: «Αισθάνομαι άραγε καλά, ή ικανός, να το κάνω αυτό; Ή, έχω άλλα ενδιαφέροντα και ίσως θέλω να ακολουθήσω αυτά τα ενδιαφέροντα και να ψάξω λίγο περισσότερο τον κόσμο από κάτι που, με κάποιο τρόπο, τραβάει περισσότερο την προσοχή μου»; Αυτό ακριβώς θέλουμε από τους φοιτητές μας. Να συνειδητοποιήσουν τί τραβάει την προσοχή τους. Νομίζω ότι όταν αρχίσουν να σκέφτονται έτσι, μπορούν να χρησιμοποιήσουν άλλα εργαλεία ή άλλες τεχνικές, αναλόγως του είδους του έργου. Προσωπικά, ξεκίνησα να ενδιαφέρομαι περισσότερο για την κατασκευή όταν άρχισα να την εφαρμόζω στην πράξη και δεν θυμόμουν ακριβώς τι μας είχαν πει στο πανεπιστήμιο σχετικά με αυτό το θέμα. Έμαθα για τις κατασκευαστικές λογικές όταν άρχισα να μελετώ και να υλοποιώ τα έργα μου. Ως αποτέλεσμα, ξεκίνησε να με ενδιαφέρει, για παράδειγμα, το ξύλο, και τι κάνουν οι Ιάπωνες με αυτό το υλικό. Έτσι, βρήκαμε αρχιτέκτονες στην Ιαπωνία και μελετήσαμε την τεχνική τους στις ενώσεις του ξύλου και ούτω καθεξής – αυτοί οι άνθρωποι είναι τρελοί, είναι καταπληκτικοί!. Ήταν κάτι που δεν έμαθα στο πανεπιστήμιο ή ίσως να το ανέφεραν και να μην το συγκράτησα. Για μένα, κίνητρο είναι η προσπάθεια να αποκτήσεις όλες αυτές τις γνώσεις, οπότε επιλέγω να διδάξω λίγο–πολύ την ίδια στρατηγική στους φοιτητές.

Αν δηλαδή ενδιαφέρονται για κάτι το οποίο θέλουν να φτιάξουν ή θέλουν να σχεδιάσουν και αναζητούν τον καλύτερο τρόπο να επιλύσουν αυτό το πρόβλημα με πιο κριτική σκέψη, τότε θα αισθανθούν την ανάγκη να αποκτήσουν τις απαραίτητες γνώσεις, ρωτώντας τους γύρω τους, πηγαίνοντας στη βιβλιοθήκη, ταξιδεύοντας ή κάνοντας οτιδήποτε θα τους βοηθήσει να απορροφήσουν αυτή τη γνώση. Αυτή θα δράσει παρασκηνιακά στον σχεδιασμό και στη διαδικασία της κατασκευής.

 

Ερ.: Φοβάστε καθόλου μήπως σας βάλουν μια «ταμπέλα»; Θέλω να πω μήπως γίνει όλο και περισσότερο «της μόδας» το να σχεδιάζετε στρατηγικές αντί για κτίρια, με βιώσιμο τρόπο και με τη χρήση των ελάχιστων δυνατών πόρων που είναι διαθέσιμοι; Την ίδια στιγμή, μελετητικά γραφεία όπως οι Foster + Partners διατηρούν σταθερά τη θέση τους —αν δεν παραμένουν και επίκαιρα— σχεδιάζοντας κτίρια όπως τα κεντρικά γραφεία της Apple, εκπροσωπώντας εκείνη την τεχνολογικά καινοτόμα, πανάκριβη αρχιτεκτονική του «ενός τοις εκατό». [σ.σ. αναφορά στην παγκόσμια οικονομική ελίτ, γνωστή με αυτόν τον χαρακτηρισμό].

Απ.: Έχουμε μια έκφραση στα ισπανικά: “No voy a la guerra por nadie” («Δεν πάω στον πόλεμο για κανέναν»). Ποτέ δεν θα θέλαμε να διαλέξουμε μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αλλάζουμε διαρκώς και μας αρέσει αυτή η στάση γιατί για μας είναι επίσης μια άσκηση. Γιατί, ας πούμε ότι σήμερα βλέπω την ζωή μου με έναν συγκεκριμένο τρόπο και σκέφτομαι τι σκοπεύω να κάνω, κι όμως αύριο μπορεί να καθόμαστε γύρω από ένα τραπέζι συζητώντας κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι διαμετρικά αντίθετο, ακόμη και ακραίο. Μου αρέσει αυτό το είδος συζητήσεων στο γραφείο και νομίζω ότι συμπληρώνουν αυτό που κάνουμε, αν και τις περισσότερες φορές δεν μιλάμε για αρχιτεκτονική αλλά για άλλα πράγματα. Οπότε ναι, φοβόμαστε την «ταμπέλα», γιατί τότε οι άνθρωποι φιλτράρουν αυτό που κάνεις μέσα από εκείνη τη λέξη ή εκείνη την τάση. Αλλά αυτό είναι κάτι που συμβαίνει όλη την ώρα –εννοώ, ακόμη και οι γονείς μας έβαλαν μία «ταμπέλα»…


Ερ.: Αναζητείτε έναν συγκεκριμένο τύπο πελάτη; Θέλω να πω, είναι πάντοτε αυτού του είδους τα κοινωνικά έργα που τραβούν την προσοχή σας ή σας αρέσουν και άλλα, πιο συμβατικά πράγματα;

Απ.: Όχι, όχι, όχι. Όσον αφορά την πρώτη ερώτηση, στην πραγματικότητα εξακολουθούμε να δουλεύουμε με ιδιωτικούς πελάτες, για τους οποίους σχεδιάζουμε σπίτια. Είναι πολύ δύσκολο για εμάς να πούμε «όχι» σε πελάτες όταν μας προσεγγίζουν στο γραφείο. Αυτή τη στιγμή έχουμε μία οικία υπό κατασκευή, η οποία αποτελεί για εμάς πεδίο πειραματισμού και σχεδιασμού. Πρόκειται για ένα παλιό σπίτι. Μιλώντας με τον ιδιοκτήτη του προτείναμε το εξής: «Εντάξει, δεν έχετε χρήματα για να ξαναχτίσετε αυτό το σπίτι, ενώ εμείς χρειαζόμαστε χώρο για το γραφείο μας. Θα σκεφτόσασταν το ενδεχόμενο να σχεδιάσουμε και να κατασκευάσουμε αυτό το μέρος με τα υλικά που διαθέτουμε, με την προϋπόθεση ότι θα μας αφήνετε να μείνουμε εδώ για κάποιο διάστημα χωρίς να πληρώνουμε ενοίκιο;» Και συμφώνησαν.

Καταλήξαμε λοιπόν να σχεδιάζουμε ένα σύστημα, έτσι ώστε να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι με τον χρόνο και τον όγκο της εργασίας που θα χρειαζόταν να επενδύσουμε σε αυτό το έργο. Συμβουλευτήκαμε και συνεργαστήκαμε με έναν οικονομολόγο, γιατί δεν είχαμε ιδέα πώς να ξεκινήσουμε. Έτσι, ο οικονομολόγος έκανε μια μελέτη για το πόσο κοστίζει ένα τετραγωνικό μέτρο σε αυτό το μέρος, πόσο θα κόστιζε όταν ολοκληρώναμε το έργο και αν αυτό θα ήταν μια καλή επένδυση για τον ιδιοκτήτη του σπιτιού ή όχι.

Κάθε απόφασή μας θέλουμε να τη μοιραζόμαστε με τον πελάτη και να βρίσκουμε μια λύση με την οποία θα συμφωνούν και τα δύο μέρη. Για εμάς, αυτό το σύστημα είναι πολύ σημαντικό, γιατί νομίζω ότι είναι η βάση του έργου. Εργαζόμαστε τώρα σε αυτό το μέρος και πιστεύουμε ότι είναι πολύ ενδιαφέρον να προσκαλούμε τους πελάτες εκεί και να τους εξηγούμε τη δουλειά μας επιτόπου. Έτσι, μπορούν να δουν λίγο-πολύ τι κάνουμε. Θέτουμε όλα τα θετικά και τα αρνητικά από την αρχή, κι έτσι δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τις άβολες καταστάσεις που συμβαίνουν συχνά μεταξύ πελατών και αρχιτεκτόνων. Παραδείγματος χάριν, τους ενημερώνουμε ότι η διαδικασία του σχεδιασμού είναι αρκετά χρονοβόρα και ότι τα περισσότερα σχέδια χρειάζονται έξι μήνες, που είναι μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο Εκουαδόρ συνήθως οι αρχιτέκτονες ζητούν χρήματα για την κατασκευή, όχι μόνο για τον σχεδιασμό.

Έτσι, κάποιος καταλήγει να σχεδιάζει μέσα σε μια εβδομάδα και μετά να «κερδίζει» τα χρήματά του, χρεώνοντας συχνά τη μελέτη ως ποσοστό επί του κόστους της κατασκευής. Επιπλέον, στην αρχή της γνωριμίας αφιερώνουμε αρκετό χρόνο μιλώντας με τους πελάτες και δεν μιλάμε για αρχιτεκτονική. Μιλάμε για τις ζωές τους, πώς γνωρίστηκαν, τα σχέδιά τους για το μέλλον, διότι θέλουμε πρώτα να τους γνωρίσουμε.


Ερ.: Μου φαίνεται ότι τα χρήματα δεν αποτελούν και τόσο μεγάλο ζήτημα για εσάς!

Απ.: Έχουμε κατασκευάσει σπίτια για πελάτες που έχουν χρήματα, ας πούμε για την ανώτερη μεσαία τάξη, τη μεσαία και τη χαμηλή μεσαία τάξη, αλλά και για άτομα χωρίς καθόλου χρήματα. Όταν δεν υπάρχουν χρήματα μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο γι’ αυτούς, όπως και για μας –για παράδειγμα μέσω μιας ανταλλαγής άλλων πραγμάτων.

 

Ερ.: Αλλάζετε τη στρατηγική σας ανάλογα με τον τύπο του πελάτη με τον οποίο δουλεύετε;

Απ.: Όχι, τους λέμε τα ίδια πράγματα. Στην πραγματικότητα, τις περισσότερες φορές είναι πιο δύσκολο να δουλεύεις με ανθρώπους που έχουν χρήματα. Για παράδειγμα αυτόν τον καιρό σχεδιάζουμε ένα σπίτι το οποίο βρίσκεται σε μία γειτονιά της «ανώτερης μεσαίας τάξης». Το κατασκευάζουμε με ανακυκλωμένο ξύλο γιατί ο πελάτης έχει πρόσβαση σε αυτό σε χαμηλή τιμή, ενώ πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε και ανακυκλωμένο γυαλί.

Είναι εξαιρετικά πιθανό οι υπόλοιποι άνθρωποι στη γειτονιά να θυμώσουν και να δουν το σπίτι σαν το τέρας του Frankenstein. Είναι όμως ενδιαφέρον ότι ο πελάτης το θέλει και είναι ευχαριστημένος με αυτή τη διαδικασία πειραματισμού, η οποία είναι ακριβώς αυτό που προσπαθούμε να τους εξηγήσουμε. Για εμάς, αυτό είναι και το ομορφότερο κομμάτι: η διαδικασία. Αν λοιπόν τους αρέσει η διαδικασία τότε συνεργαζόμαστε, διαφορετικά μας επισκέπτονται μόνο μια φορά και μετά δεν επιστρέφουν. Για εμάς αυτό είναι εντάξει. Πρέπει πρώτα να επιλέξουν να έρθουν σε επαφή μαζί μας και στη συνέχεια να γίνει η πρώτη συνάντηση. Είναι μια ανακούφιση.

 

Ερ.: Όσον αφορά τις κοινότητες;

Απ.: Δεν έχουμε αναζητήσει ποτέ κάποια κοινότητα για να δουλέψουμε μαζί της, αλλά υπάρχουν κοινότητες που με κάποιον τρόπο έχουν αναζητήσει εμάς ή το έργο μας.

Θα ήθελα να τονίσω ότι στο Εκουαδόρ συμβαίνει συχνά αυτού του είδους η εργασία να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό έργο, ως ένας τρόπος δηλαδή να βοηθάς φτωχούς ανθρώπους. Σέβομαι πολύ την οργάνωση αυτών των ανθρώπων. Νομίζω ότι είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που μπορεί να κατακτήσει κάποιος. Αυτά τα άτομα με παρακινούν να συνεργαστώ μαζί τους. Αρχίζω να ονειρεύομαι: «Αχ! Θα ήθελα να είμαι ο αρχιτέκτονάς τους και, δεν ξέρω, να χτίσω κάτι γι’ αυτούς επειδή έχουν τόσο ενδιαφέροντα σχέδια και ιδέες!».

Σε αυτά τα έργα συνήθως ξεκινάμε με μια συζήτηση για να δούμε πώς οργανώνεται η κοινότητα και να διαπιστώσουμε αν μπορούμε να είμαστε καλοί συνεργάτες. Αν υπάρχει αρκετή εμπιστοσύνη ανάμεσα στα δύο μέρη, τότε ξεκινάμε τη διαδικασία. Η διαδικασία που ακολουθούμε στις κοινότητες είναι πολύ παρόμοια με αυτή που ακολουθούμε με τους ιδιωτικούς πελάτες, μόνο που το περιβάλλον των πρώτων είναι πολύ πιο περίπλοκο. Πρώτα απ’ όλα, υπάρχουν πολλές εξωτερικές συνεργασίες με εμπειρογνώμονες, ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους ή ψυχολόγους. Έχοντας εμπειρία σε συνεργασίες με μεγάλο αριθμό ανθρώπων, όπως και στη διαχείριση τόσο της ομάδας όσο και του έργου, γνωρίζουμε ότι η συλλογή πληροφοριών από μόνη της δεν είναι και τόσο σημαντική για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Στοχεύουμε στο να καταλήξουμε σε συμφωνίες με ολόκληρη την κοινότητα.

Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη συλλογή πληροφοριών, γιατί όταν ξεκινούν οι διαμάχες πρέπει να καταλήξουμε σε συμφωνίες, χωρίς παράλληλα να εξαλείφουμε τις διαφωνίες. Ας πούμε, για μια ομάδα ίσως είναι πιο σημαντική η φύση, ενώ για άλλους είναι πιο σημαντικός ένας δρόμος ή οτιδήποτε άλλο. Όλοι αυτοί λοιπόν πρέπει να συμφωνήσουν σε κάτι και πρέπει να το κάνουν μέσα σε μία ή δύο εβδομάδες –γιατί δεν πρόκειται να μείνω εκεί για μεγάλο διάστημα. Είμαι η αρχιτέκτονας, αυτή που πρόκειται να βοηθήσει να επιλυθούν τα προβλήματά τους, μόλις κατανοήσουν ποια είναι αυτά τα προβλήματα.

Η αρχιτεκτονική εξακολουθεί να είναι πολύ υποκειμενική, ακόμα σε αυτού του είδους τα έργα. Επομένως, μιλάμε πράγματι για αρχιτεκτονική, αλλά πολύ περισσότερο μιλάμε για ιδέες ή συναισθήματα που συγκινούν τους ανθρώπους. Για παράδειγμα, αν υπάρχει μια κοινότητα σαν αυτή του Quito της οποίας οι κάτοικοι προέρχονται από αγροτικές περιοχές, τότε οι περισσότεροι από αυτούς είναι εξοικειωμένοι με την εξοχή, τα βουνά, τα δάση, το νερό και με το να κινούνται ελεύθερα. Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο. Συνεπώς, δεν θα μιλήσουμε για την ανάγκη ενός γηπέδου ποδοσφαίρου γιατί…

 

Ερ.: … έτσι κι αλλιώς τρέχουν παντού.

Απ.: Ναι. Είναι ευκολότερο να συμφωνήσουμε σε αυτές τις ιδέες και να τις μετατρέψουμε έπειτα σε αρχιτεκτονική, παρά να προσπαθούμε να συμφωνήσουμε σε αρχιτεκτονικά στοιχεία. Έτσι, θα έλεγα ότι, λίγο-πολύ, είναι η ίδια διαδικασία, αλλά χρειάζεται περισσότερος χρόνος με τις κοινότητες και περισσότεροι εμπειρογνώμονες για να διαχειριστούμε αυτές τις ομάδες.

Υπάρχει πολλή συζήτηση και μερικές φορές, όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, μερικοί από αυτούς είναι πολύ πιο κλειστοί από τους άλλους. Χρειάζονται λοιπόν διαφορετικά εργαλεία, ώστε αυτοί που είναι πιο ντροπαλοί να συμμετέχουν στη συζήτηση. Εργαστήκαμε λοιπόν με μεθοδολογίες που συμπεριλάμβαναν θέατρο, σχέδιο, γλυπτική —ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Από τη στιγμή που εμείς δεν γνωρίζουμε αυτά τα εργαλεία, συμβουλευόμαστε ανθρωπολόγους ή κοινωνιολόγους, που ξέρουν ποια εργαλεία να επιλέξουν ανάλογα με την ομάδα.


Ερ.: Πώς σας βοηθούν αυτοί οι εμπειρογνώμονες να καταλήξετε σε ένα συγκεκριμένο τελικό αποτέλεσμα; Έχετε περιθώρια να πειραματιστείτε σε αυτό το επίπεδο;

Απ.: Θέλω να πω, ένας ανθρωπολόγος έχει συνεργαστεί με διάφορους ανθρώπους, αυτή είναι η βάση της δουλειάς του: να δουλεύει με ανθρώπους. Το ίδιο ισχύει και για τους ψυχολόγους. Δεν είναι τόσο εύκολο να κάθεσαι και να πρέπει να διαχειριστείς περίπου τριάντα άτομα. Σκέφτεσαι: «Τι θα κάνω τώρα; Πώς ξεκινώ;».

Θυμάμαι, όταν δεν είχα πολλή εμπειρία, δεν εμπιστευόμουν και τόσο την ανθρωπολόγο όταν μου είπε ότι θα κάνουμε ένα παιχνίδι με το όνομα «Τα Γλυπτά και οι Άνθρωποι που κάνουν τα γλυπτά». Μου εξήγησε ότι αυτό θα ήταν ταχύτερο από μία συζήτηση διότι υπάρχουν άνθρωποι ντροπαλοί, άνθρωποι που δεν είναι, για παράδειγμα ο πρόεδρος της κοινότητας ή ο αντιπρόεδρος, δηλαδή άνθρωποι που είναι πολύ συνηθισμένοι να μιλούν δημόσια. Πρέπει να ακούσουμε εξίσου και αυτούς τους ανθρώπους.

Επομένως, για να είναι η διαδικασία δημοκρατική, θεώρησα ότι θα ήταν καλό να έχουμε μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική και σφαιρική ματιά σε αυτό που συμβαίνει. Στην αρχή σκεφτόμουν: «Δεν ξέρω, αλλά ας δούμε τι θα συμβεί, έτσι;» Οπότε, δημιούργησε δύο ομάδες και εξήγησε πώς θα λειτουργούσε η άσκηση. Αυτό συνέβη σε μία άτυπη γειτονιά στην περιφέρεια του Quito.

 

Ερ.: Όπου «άτυπη» σημαίνει...;

Απ.: Αυθαίρετη. οι άνθρωποι την κατασκευάζουν μόνοι τους.

 

Ερ.: Εντάξει.

Απ.: Ναι, μερικές φορές είναι παράνομη, αλλά είναι επίσης ένα πολύ περίπλοκο δημοτικό ζήτημα.

Έτσι λοιπόν, η ανθρωπολόγος εξήγησε τη μεθοδολογία και οι άνθρωποι ξεκίνησαν. Η ιδέα ήταν ότι μια ομάδα θα ήταν σαν τον πηλό και η άλλη θα ήταν οι καλλιτέχνες. Για παράδειγμα, οι καλλιτέχνες θα κουνούσαν τα χέρια ή τα πόδια της ομάδας του «πηλού» και οι άλλοι θα έπρεπε να μείνουν στη θέση τους. Έπειτα, κάποιοι τρίτοι θα έπρεπε να εξηγήσουν τι βλέπουν.

Όταν είδα αυτή την άσκηση σκέφτηκα ότι ήταν ανοησία, ότι ήταν πολύ απλή, δεν μπορούσα να δω τίποτα. Τότε είπε: «Εντάξει, τώρα θα αρχίσουμε να μιλάμε. Τι βλέπετε εκεί;» Άρχισαν λοιπόν να λένε πολλά πράγματα, όπως ότι η γειτονιά είναι πολύ επικίνδυνη, ότι οι γυναίκες φοβούνται πάντα να περπατήσουν εκεί, και απόρησα. Σκέφτηκα: «δεν το βλέπω αυτό».

Μου εξήγησε αργότερα ότι αυτή η άσκηση δίνει την ευκαιρία σε ανθρώπους που δεν βλέπουν αρχικά κάποιο πρόβλημα να το αναγνωρίσουν μέσα από την προβολή του στους άλλους, κάνοντας έτσι τη συζήτηση γύρω από αυτό πολύ περισσότερο εύκολη. Μάλιστα, υπήρχε μία γυναίκα που προερχόταν από μια μειονοτική ομάδα του Εκουαδόρ, την κοινότητα των Αφροεκουαδοριανών, η οποία είπε το εξής: «Βλέπω μια γυναίκα εκεί. Πρέπει να αισθάνεται πολύ θλιμμένη επειδή είναι απομονωμένη και κανείς δεν θέλει να της μιλήσει». Σκέφτηκα ξανά: «Πώς το βλέπει αυτό εκεί; Προφανώς μιλάει για τα συναισθήματά της». Πράγματι όμως υπήρχε μια γυναίκα η οποία δεν μίλησε καθόλου, ούτε πριν ούτε κατά τη διάρκεια ούτε μετά τη δραστηριότητα. Καθόταν στη γωνία, πολύ, πολύ ήσυχη. Σκέφτηκα στο τέλος για την ανθρωπολόγο: «OΚ, σου αναγνωρίζω αυτό που κατάφερες με αυτήν την άσκηση, επειδή...»

 

Ερ.: Ανοίγονται.

Απ.: Ναι. Ναι. Ναι. Ναι.

 

Ερ.: Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα.

Απ.: Αλλά ξέρετε, πρέπει επίσης να έχεις και την προσωπικότητα για να είστε σε θέση να το κάνεις.

 

Ερ.: Οπότε, τι συμβαίνει έπειτα; Πώς φτάνετε από αυτή τη διαδικασία στην κατασκευή;

Απ.: Το πρώτο μέρος αφορά τη συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών. Τις «φιλτράρουμε» στη συνέχεια και ρωτάμε τους ανθρώπους ποιες είναι οι κυριότερες κοινές ιδέες τους. Αυτό μπορεί να αφορά είτε ένα ζευγάρι είτε μια κοινότητα.

Έχουμε λοιπόν αυτές τις ιδέες και ύστερα σκεφτόμαστε: «Πώς θα μεταφράσουμε αυτές τις ιδέες σε αρχιτεκτονική;». Για παράδειγμα, στην περίπτωση της γειτονιάς στο Quito που ανέφερα προηγουμένως, υπήρχαν τρία βασικά πράγματα που προέκυψαν από αυτή τη συζήτηση. Το κύριο ήταν η σύνδεση. Αλλά ήταν μία σύνδεση σε διαφορετικά επίπεδα: σύνδεση με τον εαυτό τους, σύνδεση μεταξύ των γειτόνων, σύνδεση με τις υπόλοιπες γειτονιές και, σε μεγαλύτερη κλίμακα, σύνδεση με την πόλη.

Αυτή η γειτονιά είναι αυθαίρετη και παράνομη, οπότε έχει πολλά προβλήματα. Για παράδειγμα, ο Δήμος δεν συλλέγει τα σκουπίδια τους, δεν έχουν υδροδότηση ή ηλεκτρικό ρεύμα. Πρέπει να κάνουν πολλές βελτιώσεις ώστε ο δήμος να αναγνωρίσει τη γειτονιά ως νόμιμη. Αυτή είναι η λύση που έχει βρει η τοπική αυτοδιοίκηση για τη νομιμοποίηση αυθαίρετων γειτονιών, οι οποίες είναι πολλές, περισσότερες από τις επίσημα αναγνωρισμένες περιοχές της πόλης. Έχοντας ήδη περάσει σε μια διαδικασία σύνθεσης και έχοντας εντοπίσει ορισμένα βασικά σημεία, αναρωτηθήκαμε ποια από αυτά ανταποκρίνονταν στις ανάγκες ή στα ζητήματα που θέλαμε να επιλύσουμε.

Επομένως, σε ό,τι αφορούσε τη σχέση μεταξύ των γειτόνων, χρειαζόταν ένας τόπος συνάντησης, όπου θα μπορούσαν να συζητούν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν στη γειτονιά. Είχαν ήδη κατασκευάσει ένα κοινοτικό κέντρο το οποίο είχε αρκετά στατικά προβλήματα και δεν είχε στέγη. Σκεφτήκαμε ότι αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να λύσουμε.

Έχουν ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σχέση μεταξύ αυτής της γειτονιάς και των άλλων, επειδή διοργανώνουν πρωταθλήματα μεταξύ γειτονιών. Έτσι, έχουν ήδη τον χώρογια το γήπεδο ποδοσφαίρου, ενώ χρειάζονται τέρματα και μερικές κερκίδες για τους θεατές. Οι άντρες κυρίως παίζουν ποδόσφαιρο, ενώ οι σύζυγοι και τα παιδιά είναι συνήθως γύρω, οπότε θα μπορούσαν να συναντηθούν και με τους άλλους γείτονες.

Το τελευταίο έργο επικεντρώθηκε στις στάσεις των λεωφορείων, επειδή αυτό το μέρος είναι πολύ μακριά, νότια του Quito. Αρκετοί κάτοικοι χρειάζονται δύο ώρες για να πάνε από αυτή τη γειτονιά στις δουλειές τους, ενώ τα λεωφορεία δεν περνούν συχνά. Αυτό είναι πολύ σπάνιο αν ζει κάποιος σε μία εδραιωμένη (νόμιμη) περιοχή, αλλά είναι συνηθισμένο στις περιοχές της περιφέρειας. Έτσι, αν πρέπει να περιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα λεωφορείο τότε η στάση θα πρέπει να είναι ένα μέρος όπου θα μπορούν να καθίσουν και να καλυφθούν από τη βροχή. Αυτό αφορά τη σχέση γειτονιάς με γειτονιά ή γειτονιάς με πόλη.

Έτσι, καταλήξαμε να κάνουμε αυτά τα τρία projects, ενώ το κοινόχρηστο σπίτι έγινε στην ουσία δύο projects. Ένα από αυτά ήταν ο σχεδιασμός μιας παιδικής χαράς, επειδή οι γονείς στις συναντήσεις ανησυχούσαν για τα παιδιά τους. Οπότε σχεδιάσαμε μια παιδική χαρά κοντά στο κοινοτικό κέντρο.

Σε ένα δεύτερο εξάμηνο χωρίσαμε το έργο του κοινοτικού κέντρου σε έξι επιμέρους τμήματα, αναθέτοντας το καθένα σε διαφορετική ομάδα. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε ομάδα φοιτητών και μελών της κοινότητας θα επικεντρωνόταν σε ένα συγκεκριμένο τμήμα, για παράδειγμα μια ομάδα θα σχεδίαζε τη δομή, άλλη τους τοίχους, άλλη τα μπάνια και ούτω καθεξής. Ήταν όντως ευκολότερο. Τόσο οι φοιτητές όσο και η κοινότητα θα έκαναν έρευνα για την οικονομική και τεχνική υποστήριξη και τα υλικά.

Παράλληλα, δημιουργήσαμε σχέδια για το κτίριο. Η οργάνωση σε αυτό το σημείο μας βοήθησε πολύ. Χωρίσαμε τους συμμετέχοντες σε ομάδες και κατανείμαμε τα καθήκοντα, ώστε καθεμία να γνωρίζει τι πρέπει να κάνει και ποια είναι η προτεραιότητά της στο έργο. Είναι κάτι που μας βοηθάει πολύ στην κατασκευή των έργων.


CULUNCO HOUSE





Esperanzas: Δουλεύοντας με παιδιά, για παιδιά

Ερ.: Και τι γίνεται με τα παιδιά; Επιτρέψτε μου να διευκρινίσω ότι βλέπω δύο πτυχές σε αυτήν την ερώτηση: το να δουλεύεις για τα παιδιά, και το να δουλεύεις με τα παιδιά. Πώς τα ενσωματώνετε στη διαδικασία; Τα έχετε ποτέ εντάξει στο είδος των πειραμάτων που φαίνεται ότι σας αρέσει τόσο πολύ; Και αν ναι, σας έχουν εκπλήξει καθόλου σε σύγκριση με τους ενήλικους;

Απ.: Λοιπόν, εξαρτάται. Έχουμε συνεργαστεί με παιδιά, όπως, για παράδειγμα, στο έργο των Esperanzas, και έχουμε δουλέψει επίσης με παιδιά για ένα έργο που δεν χτίστηκε ποτέ, αλλά ήταν ενδιαφέρον. Το project Esperanza θα αφορούσε τη δουλειά «για τα παιδιά». Έπειτα από συζήτηση με τον δάσκαλο καταλήξαμε σε ορισμένες βασικές αποφάσεις, όπως η κατασκευή, πρώτα, μιας μικρής τάξης. Αυτή η αίθουσα βρισκόταν στη μέση της παραλίας, είχε φυσική στέγη και ένα μεγάλο ξύλινο παράθυρο, το οποίο χρειάστηκε να καλυφθεί διότι υπήρχαν προβλήματα με τους γονείς που πήγαιναν και κοίταζαν μέσα από το παράθυρο. Αν τα παιδιά τους έλεγαν κάτι λάθος φώναζαν: «Όχι, όχι, όχι, όχι. Μην απαντάτε αυτό!» ή «Όχι, όχι, μην το κάνετε αυτό!».

Έτσι, ένα από τα ζητήματα που μας έθεσε ο δάσκαλος ήταν ότι το σχολείο θα έπρεπε να είναι ένα μέρος όπου τα παιδιά θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν και να μην έχουν περισπασμούς. Προσθέσαμε λοιπόν ένα επίπεδο, υψώσαμε την αίθουσα από το έδαφος, βάλαμε μια πόρτα και διατηρήσαμε το παράθυρο από το οποίο έβλεπαν τη θάλασσα, αλλά πλέον κανείς δεν μπορούσε να έρθει να κοιτάξει μέσα και να αποσπάσει την προσοχή των παιδιών.

Επιπλέον, αυτός ο δάσκαλος επιθυμούσε η αίθουσα να έχει εξαγωνικό σχήμα, γιατί θεωρούσε ότι θα λειτουργούσε καλύτερα από άλλες μορφές. Έτσι, ήταν ενδιαφέρον, αλλά ήταν ένα έργο για τα παιδιά. Έχουμε δουλέψει και με παιδιά, αλλά χρειαζόμαστε ανθρώπους που γνωρίζουν πώς να εργαστούν με αυτά.

 

Ερ.: Και πάλι λοιπόν, εμπειρογνωμοσύνη.

Απ.: Ακριβώς. Και νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να το κάνω μόνη μου, γιατί δεν ξέρω πώς να δουλέψω με τα παιδιά. Έχω μια ανιψιά που γεννήθηκε την περασμένη Κυριακή και αναρωτιέμαι: «Τι θα κάνω τώρα μαζί της;» Δεν ξέρω πώς να ασχοληθώ με τα παιδιά. Αλλά αισθάνομαι πολύ πιο άνετα όταν κάποιος που γνωρίζει πώς δουλεύει μαζί τους. Και ναι φυσικά τα παιδιά πάντα με εκπλήσσουν.. Αλλά νομίζω επίσης ότι πρέπει να είμαστε αυστηροί και να παίρνουμε τα παιδιά στα σοβαρά, όπως παίρνουμε στα σοβαρά και τους ενηλίκους. Πολλές φορές τείνουμε να λέμε: «Αχ, είναι παιδιά, ας ζωγραφίσουν, ή ας πάνε σχολείο», και αυτό δεν είναι απαραιτήτως καλό. Εννοώ ότι αφού δεν θα αντιμετωπίζαμε έτσι τους ενηλίκους, δεν θα πρέπει να το κάνουμε ούτε με τα παιδιά. Ακριβώς επειδή τα παίρνω στα σοβαρά, χρειάζομαι βεβαίως τη βοήθεια ενός επαγγελματία, διαφορετικά θα έπρεπε να γίνω πρώτα η ίδια δασκάλα και έπειτα να εφαρμόσω αυτές τις μεθοδολογίες στα παιδιά.

 

Ερ.:: Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας για την Ελλάδα; Βρήκατε ομοιότητες; Έχετε επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα στο παρελθόν;

Απ.: Όχι, είναι η πρώτη μου φορά.


Ερ.: Ποια είναι η πραγματική σας εντύπωση από την Ελλάδα; [γέλια]

Απ.: Λοιπόν, αισθάνομαι πολύ χαρούμενη που βρίσκομαι εδώ επειδή ακούμε πολλά για την Ελλάδα. Εννοώ ότι η Ελλάδα είναι παρούσα με πολλούς τρόπους, ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα μέρη – νομίζω ότι οι άνθρωποι από εδώ ίσως δεν το φαντάζονται. Για παράδειγμα, ήμουν τις προάλλες στον Παρθενώνα και παρατηρώντας τις κολώνες σκέφτηκα: «Πώς θα ήταν αν οι άνθρωποι που δημιούργησαν ή σχεδίασαν αυτές τις κολώνες γνώριζαν πόσο μεγάλη επίδραση θα είχε αυτός ο σχεδιασμός;». Στο Εκουαδόρ, το 2017, οι άνθρωποι κατασκευάζουν χρησιμοποιώντας ακόμη την τυπολογία των κιόνων του Παρθενώνα. Νομίζω ότι οι άνθρωποι που σχεδίασαν αυτούς τους κίονες δεν φαντάζονταν την επίδραση που θα εξακολουθούσαν να έχουν δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ίσως και περισσότερα.

 

Ερ.: Λέτε ότι οι άνθρωποι κατασκευάζουν στο Εκουαδόρ με βάση το ίδιο πρότυπο;

Απ.: Ναι, σε έναν τόσο απομακρυσμένο τόπο, σε μία άλλη ήπειρο, με τόσο μεγάλη γεωγραφική απόσταση, διαφορετικό καιρό, διαφορετικό πολιτισμό, ξέρετε; Είναι πολύ εντυπωσιακό!

Βρήκα επίσης κάποιες ομοιότητες, τις οποίες συζήτησα με έναν καθηγητή αρχιτεκτονικής από την Ελλάδα, τον οποίο είχαμε συναντήσει αρχικά στο Εκουαδόρ, και του είπα: «Μερικές φορές ξεχνώ ότι είμαι στην Ελλάδα. Αισθάνομαι τόσο άνετα, που μερικές φορές μιλάω στους ανθρώπους στα ισπανικά και μετά συνειδητοποιώ ότι δεν βρίσκομαι στο Εκουαδόρ, αλλά στην Ελλάδα». Αλλά δεν ξέρω γιατί, υποθέτω ότι έχει να κάνει με το περιβάλλον. Δεν είναι επειδή η αρχιτεκτονική είναι έτσι ή επειδή οι άνθρωποι είναι έτσι.

Δεν ξέρω τι είναι, αλλά –για να σας δώσω ένα παράδειγμα– χθες είχαμε ένα δείπνο και ήταν μαζί μας κάποιοι καλλιτέχνες. Ο αρχιτέκτονας που καθόταν δίπλα μου τους έλεγε αστεία. Ο τρόπος με τον οποίο αστειευόταν με έκανε να αισθάνομαι ότι ήμουν στο Εκουαδόρ. Δεν είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα, καταλαβαίνετε τι εννοώ; Γενικά, έχω πολλές ερωτήσεις και θα ήθελα να μπορούσα να περάσω εδώ περισσότερο χρόνο ώστε να έχω πιο ολοκληρωμένη και αντικειμενική άποψη, όχι μόνο μια τουριστική ή αρχιτεκτονική ματιά.

 

Ερ.: Σας έχει ρωτήσει κάποιος για την κρίση εδώ, στη χώρα μας; Ξέρετε γι’ αυτήν;

Απ.: Λοιπόν, στο Εκουαδόρ ακούμε ελάχιστα πράγματα για την Ελλάδα, αλλά γνωρίζουμε ότι εδώ υπάρχει κρίση, όπως και στη Νότια Ευρώπη, στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Αλλά δεν γνωρίζω τις λεπτομέρειες. Έτσι, χθες που μιλούσα με μερικούς αρχιτέκτονες τους ρώτησα: «Ελπίζω να μην έθιξα θέματα που σας έκαναν να νιώσετε άβολα». Μερικές φορές έχουμε την τάση να το κάνουμε αυτό, να ρωτάμε πολλά πράγματα. Ρώτησα για την κρίση, για τις δικτατορίες και για τον πόλεμο, για αυτά τα πράγματα, αλλά δεν τους έβλεπα να νιώθουν άβολα ή κάτι τέτοιο. Μου έλεγαν αρκετά πράγματα.


Ερ.: Έτσι, στο τέλος αισθανθήκατε και εσείς άνετα με αυτήν τη συζήτηση;

Απ.: Ναι.

 

Ερ.: Βλέπετε τον εαυτό σας να αναλαμβάνει ένα έργο στην Ελλάδα; Αν ναι τι είδους έργο θα θέλατε να είναι;

Απ.: Κάνετε δύσκολες ερωτήσεις! [γελάει] Φυσικά, σας είπα ότι ποτέ δεν λέμε όχι. Τι είδους έργο; Δεν ξέρω, μπορεί να είναι οτιδήποτε. Αλλά εάν θέλετε να μιλήσουμε για το πώς, τότε ίσως έχουμε κάποιες στρατηγικές που μπορούμε να ακολουθήσουμε.

Για παράδειγμα, κάναμε ένα έργο στο Pittsburgh στις ΗΠΑ. Ήταν μία έκθεση με τίτλο Building Optimism Exhibition και αφορούσε τον δημόσιο χώρο στη Νότια Αμερική. Όταν μας τηλεφώνησαν, τους είπαμε: «Αυτό είναι ωραίο, σας ευχαριστούμε που μας προσκαλέσατε, αλλά τι θα λέγατε αν η έκθεση μπορούσε να μεταμορφωθεί σε έναν πραγματικό, ζωντανό δημόσιο χώρο στο Pittsburgh;». Εκείνοι ενδιαφέρθηκαν. Όμως κάπου εκεί αναρωτηθήκαμε: «Εντάξει, και τώρα τι κάνουμε; Ίσως βάλαμε μόνοι μας τον εαυτό μας σε μπελάδες!».

Έτσι, αρχίσαμε να συζητάμε και μιλώντας με ειλικρίνεια μεταξύ μας καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ποτέ δεν θα γνωρίζαμε καλύτερα την πραγματικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών από τους ανθρώπους που ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ποιος θα ήταν λοιπόν ο ρόλος μας εκεί; Ίσως θα ήμασταν πιο χρήσιμοι αν εντασσόμασταν σε μια ήδη υφιστάμενη διαδικασία, συνεργαζόμενοι με μια κοινότητα που είναι οργανωμένη και ήδη δραστηριοποιείται –μια και υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν τέτοια πράγματα σε κάθε μέρος του κόσμου.

Πράγματι, στην περίπτωση του Pittsburgh το μουσείο εργαζόταν ήδη με μια κοινότητα που ήταν αρκετά δραστήρια, οπότε συνεργαστήκαμε μαζί της. Μάλιστα, είχαν ήδη μια δραστηριότητα εν εξελίξει. Προσπαθούσαν να αναμορφώσουν ένα παλιό πάρκο. Το αποκαλούσαν «Ανακυκλωμένο Πάρκο». Είχε μια χαλασμένη παιδική χαρά, ήταν πολύ εγκαταλελειμμένο και βρισκόταν σε μια προβληματική γειτονιά στην περιφέρεια της πόλης, που λεγόταν Bradford. Κάποτε ήταν μια σημαντική γειτονιά λόγω ενός χαλυβουργείου πολύ σημαντικού για τη βιομηχανία της περιοχής. Όπως συμβαίνει όμως με τις βιομηχανικές πόλεις όταν η βιομηχανική δραστηριότητα παρακμάζει, έτσι και εδώ πολλοί άνθρωποι έφυγαν εγκαταλείποντας τα σπίτια τους τα οποία σήμερα καταρρέουν. Έτσι, είχαμε ήδη στη διάθεσή μας αρκετούς πόρους, όπως τα υλικά από αυτά τα σπίτια —για παράδειγμα, τα τούβλα τους—, υπήρχε μια οργανωμένη κοινότητα και είχαν ήδη προηγηθεί συζητήσεις. Αυτό που καταλήξαμε να κάνουμε ήταν να συγκεντρώσουμε όλες τις πληροφορίες και να τις συστηματοποιήσουμε, ώστε να καθορίσουμε ποιες θα ήταν οι προτεραιότητες μας. Μιλήσαμε λοιπόν για τα προβλήματά τους, τα όνειρά τους, τους πόρους που είχαν, προσπαθώντας να καταλάβουμε τους ρόλους όλων όσων συμμετείχαν, αλλά και πώς όλα αυτά θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε ένα σχεδιαστικό πρόγραμμα. Διαπιστώσαμε, λοιπόν, ότι χρειάζονταν φωτισμό, τοίχους αναρρίχησης, κούνιες, αλλά και έναν χώρο ανάπαυσης. Είχαμε στη διάθεσή μας τα τούβλα, τον χάρτη του πάρκου, τις συνδέσεις, γνωρίζαμε τα προβλήματα, οπότε μπορούσαμε να οργανωθούμε και να χτίσουμε.

Ήμασταν επίσης τυχεροί που βρήκαμε μια ομάδα ανθρώπων που υλοποιούσε ένα εκπληκτικό έργο. Ονομάζονται «Project Green». Είναι ένας οργανισμός που λειτουργεί σε διάφορους τομείς. Ο ένας από αυτούς είναι η αρχιτεκτονική, καθώς στην ομάδα αυτή συμμετέχουν αρχιτέκτονες. Αυτοί οι αρχιτέκτονες διδάσκουν στην Αρχιτεκτονική Σχολή έχοντας ένα μεγάλο εργαστήριο που διαθέτει όλα τα μηχανήματα και τα «παιχνίδια» που ονειρεύεται ένας αρχιτέκτονας: για την κοπή ξύλου, την κοπή μετάλλου, την κατασκευή κ.λπ. Συλλέγουν επίσης πολλά ανακυκλωμένα υλικά.

Ένας άλλος τομέας είναι η εκπαίδευση. Ειδικότερα, διδάσκουν πρώην κρατουμένους πώς να φτιάχνουν τούβλα, έτσι ώστε οι άνθρωποι που βγαίνουν από τη φυλακή να μπορούν να εξασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα. Έτσι, ήταν οι ιδανικοί συνεργάτες επειδή εργάζονται με τούβλα, εργάζονται στο πανεπιστήμιο, χρησιμοποιούν ανακυκλωμένα υλικά και συνεργάζονται με την κοινότητα.

Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι το εξής: διδάσκουν στους φοιτητές να φτιάχνουν μακέτες και να πειραματίζονται με τα τούβλα, σαν ένα κανονικό ακαδημαϊκό μάθημα. Ταυτόχρονα διδάσκουν και στους πρώην κρατουμένους πώς να φτιάχνουν μακέτες ή πώς να πειραματίζονται με το τούβλο δημιουργώντας καμπύλα σχήματα κ.λπ. Είναι πολύ όμορφο, ειδικά επειδή είναι η πρώτη φορά που δουλεύουν μαζί φοιτητές και πρώην κρατούμενοι. Ελπίζουμε ότι όλη αυτή η δουλειά θα μπορέσει να γίνει ένα πρότυπο.

Building Optimism Exhibition: Braddock Recycle Park



Ερ.: Αυτό είναι εξαίρετο! Και πότε πρόκειται να παραδοθεί; Πότε θα ολοκληρωθεί;

Απ.: Δεν γνωρίζουμε ακόμα. Αυτή τη στιγμή κάνουν πειραματισμούς στο πανεπιστήμιο μαζί με τους φοιτητές πάνω στο σχέδιο που είχαμε αναπτύξει. Βλέπετε, φύγαμε και γι’ αυτόν τον λόγο τώρα δουλεύουν μόνοι τους. Αλλά η ιδέα είναι ότι θα αρχίσουν να κατασκευάζουν ένα μικρό πρωτότυπο στην περιοχή της κοινότητας.

Έχουμε ήδη κάνει ένα εργαστήριο με την κοινότητα, η οποία είδε πώς χτίζουν με τούβλα, ώστε να εξοικειωθεί περισσότερο με την κατασκευή και τη διαδικασία. Θέλουμε πολύ την αλληλεπίδραση με την κοινότητα και πρέπει να είναι παρούσα στην κατασκευή διότι η συγκεκριμένη γειτονιά έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: είναι αφροαμερικανική. Έτσι, υπάρχει μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια αμφίδρομη σχέση με την αφροαμερικανική κοινότητα.

Για αυτούς ήταν η πρώτη φορά που δοκίμαζαν κάτι τέτοιο, οπότε δεν ήξεραν πώς να το κάνουν. Γι’ αυτό θέλησαν να χτίσουν πρώτα ένα πρωτότυπο. Από την προηγούμενή μου εμπειρία, είναι καλύτερο να εμπλέκονται οι άνθρωποι περισσότερο στην κατασκευή παρά να παραλαμβάνουν απλώς ένα κτίριο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θέλαμε να συμμετάσχουν στην κατασκευή, ώστε να μπορούν να ρωτούν και να κατανοήσουν λίγο-πολύ πώς λειτουργεί η διαδικασία.

 

Ερ.: Θαυμάσια, νομίζω ότι μπορούμε να κλείσουμε. Χάρηκα πολύ που μιλήσαμε.

Απ.: Ευχαριστώ πολύ.