Δ031.25 | Μετατροπή Παλιού Εργοστασίου σε Ανοιχτό Δημόσιο Χώρο Πολιτισμού στο Ρέθυμνο

Φοιτητής: Παραγιουδάκης Παντελής
Επιβλέπων: Κλήμης Ασλανίδης
Σχολή: Πολυτεχνείο Κρήτης




Πως μπορεί ένα παλιό εργοστάσιο να μετατραπεί σε χώρο με αρχιτεκτονική ποιότητα ικανό να φιλοξενήσει κοινωνικές δραστηριότητες και να επεκτείνει την δημόσια ζωή της πόλης;

Το παλιό εργοστάσιο βρίσκεται στο παραλιακό μέτωπο, στην περιοχή του Κουμπέ, στο Ρέθυμνο. Ο εσωστρεφής χαρακτήρας του, με τους υψηλούς περιμετρικούς τοίχους, εντείνει την αίσθηση απομόνωσης από την ευρύτερη περιοχή. Η εκτεταμένη νότια όψη, σε συνδυασμό με τα όμορα κτήρια και τον δυσπρόσιτο χώρο πρασίνου στα δυτικά, λειτουργεί ως ισχυρό όριο προς τη θάλασσα, αποκλείοντας τόσο την οπτική επαφή όσο και την πρόσβαση στο βόρειο – παραλιακό τμήμα της περιοχής. Παράλληλα, η αυστηρή γεωμετρική κάτοψη ενισχύει τον σκοτεινό και ανεκμετάλλευτο χαρακτήρα του κτηρίου, το οποίο παραμένει ουσιαστικά αόρατο στους πολίτες του Ρεθύμνου.

Η πρόταση επιδιώκει να ανατρέψει αυτή τη συνθήκη, μετατρέποντας το κτήριο σε δημόσιο υπαίθριο πέρασμα, έτσι ώστε η πόλη να μπορεί να «διέρχεται» μέσα από αυτό. Η αφαίρεση τμημάτων των υφιστάμενων τοίχων δημιουργεί την αίσθηση μιας ανοιχτής πλατείας, επιτρέποντας στο φυσικό φως να διεισδύσει στο εσωτερικό. Το πέρασμα, με εναλλασσόμενους ανοιχτούς χώρους, δημιουργεί μια αναφορά στη χωρική οργάνωση της αρχαίας αγοράς, προσφέροντας σημεία κοινωνικής συνάντησης και αλληλεπίδρασης.


Η εμπειρία του χώρου ενισχύεται από τις κολώνες ύψους 10 μέτρων, που διατηρούνται ως η βασική συνθετική δομή του κτηρίου και καθορίζουν την ταυτότητα του. Παράλληλα, ανοίγματα στο κέλυφος δημιουργούν οπτικές φυγές προς τη θάλασσα, μετατρέποντας την πρώην συμπαγή βιομηχανική δομή σε έναν ανοιχτό, φιλόξενο δημόσιο χώρο.
Στο εσωτερικό, διαμορφώνονται χώροι καλλιτεχνικών εργαστηρίων, ένα μικρό αμφιθέατρο, αποθήκη και εκθεσιακά περίπτερα στη δυτική πλευρά. Στο δεύτερο επίπεδο αναπτύσσεται ο χώρος εκθέσεων και πολλαπλών χρήσεων, ο οποίος περιβάλλει το αίθριο, διατηρώντας συνεχή οπτική επαφή με αυτό.



Η σύνθεση επεκτείνεται και στο ανατολικό τμήμα της περιοχής μελέτης, όπου βρίσκονται οι δύο κύριες είσοδοι που οδηγούν στην «καρδιά» του κτηρίου – το αίθριο με το δέντρο ελιάς ως κεντρικό σημείο αναφοράς. Στο πρώτο επίπεδο ανατολικά, τοποθετείται το αμφιθέατρο στο βόρειο τμήμα, με απρόσκοπτη θέα προς το φρούριο Fortezza και τη θάλασσα. Η σύνδεση του παλαιού με το νέο επιτυγχάνεται μέσω της επανάληψης των 10μετρων κιόνων στην ανατολική επέκταση, της διάταξης του διαδρόμου στο πρώτο επίπεδο που ενώνει τα δύο foyer, αλλά και μέσω της μεγάλης μεταλλικής στέγης με σημειακά ανοίγματα, η οποία «σκεπάζει» τον υπαίθριο χώρο. Αυτά τα δύο στοιχεία αποτελούν και την νέα ταυτότητα του κτηρίου.



Τέλος, ο δυτικός χώρος πρασίνου αναβαθμίζεται και επεκτείνεται, λειτουργώντας συμπληρωματικά στη συνθετική ιδέα. Δημιουργούνται νέες διαδρομές που οδηγούν προς τη θάλασσα και ενισχύονται οι οπτικές φυγές προς το φρούριο Fortezza, ολοκληρώνοντας τον χαρακτήρα του συγκροτήματος ως ζωντανού δημόσιου χώρου.