Δ011.25 | SOLUM: Ένα πνευματικό καταφύγιο στο ορεινό ανάγλυφο της Ξάνθης εμπνευσμένο από την ασκητική αρχιτεκτονική

Φοιτήτρια: Χαρά – Αγάπη Ιωαννίδου, Ευαγγελία Παπακυπαρίσση

Επιβλέπων: Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Σχολή: ΔΠΘ




Η περιοχή μελέτης βρίσκεται σε ορεινή τοποθεσία κοντά στη Μονή Παναγίας Καλάμου, στα ορεινά της Ξάνθης απομακρυσμένη απο τον αστικό ιστό. Πρόκειται για ένα τοπίο έντονης φυσικής παρουσίας, με απότομες υψομετρικές μεταβολές, και πυκνή δασική βλάστηση. Το δάσος λειτουργεί όχι μόνο ως φυσικό όριο αλλά και ως χωρικό φίλτρο, δημιουργώντας μια αίσθηση απομόνωσης και εσωστρέφειας. Η επιλογή της συγκεκριμένης τοποθεσίας σχετίζεται άμεσα με τον χαρακτήρα της πρότασης. Η εγγύτητα στο μοναστηριακό σύνολο και η ένταξη στο ορεινό ανάγλυφο ενισχύουν την έννοια της πνευματικής απόσυρσης και της αργής, στοχαστικής εμπειρίας του χώρου. Το τοπίο δεν αντιμετωπίζεται ως φόντο, αλλά ως ενεργό στοιχείο του σχεδιασμού, που καθορίζει τη χωροθέτηση, τις κινήσεις και τις οπτικές φυγές. Οι μεταβαλλόμενες φωτεινές συνθήκες και οι ήχοι του φυσικού περιβάλλοντος διαμορφώνουν μια έντονη αισθητηριακή εμπειρία. Η αρχιτεκτονική πρόταση επιχειρεί να ενσωματωθεί στο φυσικό περιβάλλον με διακριτικό τρόπο, ακολουθώντας το ανάγλυφο και διατηρώντας την κλίμακα και τη σιωπή του τόπου.




Το σύμπλεγμα οργανώνεται ως ένα δίκτυο αλληλοσυμπληρούμενων δομών που αναπτύσσονται γύρω από μια περίκλειστη αυλή, κατά το πρότυπο των ορθόδοξων μοναστηριών της Ελλάδας με την ιδέα της κοινής ζωής να διατρέχει τον αρχιτεκτονικό ιστό. Οι επιμέρους λειτουργίες περιλαμβάνουν: εργαστήρια κεραμικής, χαρακτικής, μελωδών,
yogapilates, μελισσοκομείο, λουτρά, φούρνο, ξενώνες και κοινό χώρο εστίασης. Η είσοδος στην σύνθεση γίνεται από ένα κάθετο πύργο–παρατηρητήριο, εμπνευσμένο από τον Πύργο της Ουρανούπολης, ο οποίος λειτουργεί ως κατακόρυφη επικοινωνία σε όλα τα επίπεδα και φιλοξενεί βιβλιοθήκη, χώρο ανάγνωσης καταλήγοντας σε ένα υπερυψωμένο σημείο θέασης.




Η σύνθεση ενοποιείται μέσω ενός δασικού ειδικά διαμορφωμένου μονοπατιού, που προτρέπει τον επισκέπτη να το διασχίσει πεζός και να έρθει σε άμεση επαφή με τη φύση ως τελετουργική εμπειρία μετάβασης από τον αστικό ιστό στην φύση. Ακολουθώντας τη διαδρομή αρχίζουν να υψώνονται τοίχοι σε ένα μοτίβο κενό-πλήρες που κρύβουν και φανερώνουν τη θέα σε διάφορα σημεία και προϊδεάζουν την εικόνα του μεγαλύτερου κτίσματος που περιμένει τον επισκέπτη. Εξαίρεση αποτελεί μια βοηθητική είσοδος με άμεση επικοινωνία στον δρόμο για τη τροφοδοσία και για τα άτομα με κινητικές δυσκολίες. Το υλικό των τοίχων επιλέχθηκε ως μπετόν με καλούπι από ξυλότυπο, ώστε να είναι φανερή η αντίθεση με τη φύση.





Το Solum (λατινική σημασία: χώμα, έδαφος) είναι κατασκευασμένο από εμφανές σκυρόδεμα (μπετόν) και πέτρα. Η υλικότητα επιλέγεται όχι μόνο για την αισθητική της δύναμη, αλλά και για τον υπαρξιακό της συμβολισμό.
Το έργο αντλεί έμπνευση από τη Σιμωνόπετρα του Αγίου Όρους ως προς τη χωροθέτηση των λειτουργιών γύρω από έναν εσωστρεφή πυρήνα–αυλή, τη δυναμική σχέση με την απότομη γεωμορφολογία του τόπου και τη χρήση αντηρίδων ως μέσων προσαρμογής και στήριξης στο φυσικό ανάγλυφο. Παράλληλα, αναφορές εντοπίζονται στο μοναστήρι Sainte Marie de La Tourette του Le Corbusier, κυρίως ως προς την ατμόσφαιρα των κελιών των μοναχών, τη λιτότητα και τη σαφήνεια της χωρικής οργάνωσης, καθώς και τη δημιουργία εσωστρεφών, στοχαστικών χώρων που ευνοούν την απομόνωση, τη συγκέντρωση και τη σχέση του ατόμου με το φως και το τοπίο. Επίσης, στο ίδιο πνεύμα, η σκέψη του Tadao Ando εισχωρεί στη σύλληψη του Solum: ότι το κατοικείν είναι πράξη πνευματική. Η απλότητα του χώρου, το φως, ο κενός χώρος – όλα συγκλίνουν στο να προκαλέσουν εσωτερική γαλήνη, όχι ως θρησκευτική λειτουργία αλλά ως εμπειρία σιωπηλής συνάντησης με τον εαυτό και τον κόσμο.



Κεντρική συνθετική και φιλοσοφική αρχή αποτελεί η ενεργοποίηση των πέντε αισθήσεων:

Αφή: μέσω της χειρωναξίας στην κεραμική, στη χαρακτική, αλλά και από την εμπειρία των λουτρών και της αφύπνισης μέσω του νερού.

Όραση: αναδεικνύεται μέσω των μεγάλων ανοιγμάτων προς το τοπίο και της ανάβασης στον πύργο–παρατηρητήριο, όπου ο επισκέπτης έρχεται σε επαφή με την πανοραμική ανάγνωση του φυσικού περιβάλλοντος.

Ακοή: αναδεικνύεται μέσα από την παρουσία των ανέμων που χαρακτηρίζουν την περιοχή της Ξάνθης, οδηγώντας στη δημιουργία εργαστηρίου κατασκευής μελωδών από φυσικά υλικά, όπως ξύλο και μέταλλο. Ο ήχος ενεργοποιείται τόσο μέσω των ίδιων των κατασκευών όσο και μέσω της συνειδητής ακρόασης των φυσικών ήχων του δάσους, οι οποίοι λειτουργούν ως μέσο αποφόρτισης και επανασύνδεσης του επισκέπτη με το φυσικό περιβάλλον.


 • Γεύση: εκφράζεται ως τελετουργική πράξη μέσα από την προετοιμασία και την κοινή κατανάλωση της τροφής. Το ψήσιμο του ψωμιού στον κοινόχρηστο φούρνο και η γευστική εμπειρία του μελιού από το μελισσοκομείο λειτουργούν ως μέσα επανασύνδεσης με τις βασικές ανάγκες, τον χρόνο και τον φυσικό κύκλο παραγωγής.

Όσφρηση: εκφράζεται μέσα από τη λειτουργία του ξηραντηρίου βοτάνων σε άμεση σχέση με το εργαστήριο παραγωγής κεριών, δημιουργώντας ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο οσφρητικό τοπίο. Τα αρώματα των βοτάνων και του κεριού ενισχύουν την εμπειρία του χώρου και συμβάλλουν στην ενεργοποίηση της μνήμης και της αισθητηριακής αντίληψης του επισκέπτη.




Παράλληλα, το Solum επιδιώκει τη συλλογική αυτενέργεια: τίποτα δεν προσφέρεται απολύτως έτοιμο. Οι επισκέπτες ενθαρρύνονται να δημιουργούν, να μαγειρεύουν, να συμμετέχουν — μετατρεπόμενοι από θεατές σε φορείς πράξης. Η παρουσία μονίμων μελών λειτουργεί ως ήπια υποστήριξη, και όχι ως παροχή υπηρεσιών. Έτσι, το εγχείρημα αρνείται την παθητική κατανάλωση και επιλέγει την ενσώματη εμπλοκή, τη συνεργασία και τη συλλογική αυτάρκεια ως θεμέλια της αρχιτεκτονικής του. Tο Solum δεν αποτελεί πρόταση απομονωμένης πολυτέλειας, ούτε προϊόν κερδοσκοπικού σχεδιασμού. Δεν είναι τόπος αναψυχής, αλλά τοπίο μετάβασης. Δεν είναι καταφύγιο διαφυγής, αλλά χώρος επιστροφής στην εμπειρία του ουσιώδους. Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική θέση με στοχαστικό πυρήνα: τη συνειδητή επιστροφή στην ουσία του να είσαι άνθρωπος – μέσα στον τόπο, στο σώμα, στη σιωπή, στους άλλους.




Ερχόμενος από το μονοπάτι, στο επίπεδο +4.00 το πρώτο πράγμα που συναντά ο επισκέπτης είναι ο πύργος κατασκευασμένος από το υλικό που χρησιμοποιήθηκε και στους τοίχους της εισόδους.
Ο πύργος λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της σύνθεσης, που οδηγεί από το καθημερινό προς το πνευματικό. Μέσω αυτού επιτυγχάνεται η κύρια κατακόρυφη επικοινωνία που συνδέει όλους τους χώρους του κτιρίου. Αποτελείται από 6 επίπεδα συνολικά. Στην στάθμη του + 4.00 βρίσκεται η είσοδος στην υποδοχή της σύνθεσης. Στις χαμηλότερες στάθμες του +/-0.00 και του -4.00 τα επίπεδα του πύργου χρησιμοποιούνται ως είσοδοι προς την κεντρική πλατεία και τα υπόγεια λουτρά. Στα παραπάνω επίπεδα του +7.60 και +11.20 σχεδιάστηκε μια μικρή βιβλιοθήκη με πατάρι και στην τελευταία και υψηλότερη στάθμη τοποθετήθηκε το παρατηρητήριο του πύργου το οποίο βλέπει στην απέραντη θέα του βουνού της Ξάνθης.

Στο επίπεδο της εισόδου ανατολικά του πύργου, έχουν τοποθετηθεί δώδεκα ξενώνες που επεκτείνονται σε δύο επίπεδα με χωρητικότητα είκοσι τεσσάρων ατόμων (συμπεριλαμβανομένου δύο δωματίων ΑΜΕΑ). Σε καθένα από αυτά συναντάμε μπαλκόνι όπου το ένα τρίτο περιορίζει τη θέα με χρήση κλωστρά και προσφέρει ιδιωτικότητα, ενώ το υπόλοιπο μέρος καδράρει τη θέα του δάσους.

Οι ημιυπαίθριοι χώροι που προκύπτουν ανάμεσα από τους ξενώνες χρησιμοποιούνται ως κοινόχρηστοι για τους περιηγητές. Εκατέρωθεν των Ξενώνων σχεδιάστηκαν σκάλες όπου η μία οδηγεί στο επίπεδο +1.00, ενώ η άλλη στο ύπαιθρο. Από το επίπεδο του +1.00 ο περιηγητής μπορεί επίσης να μεταβεί στο ύπαιθρο μέσω σκάλας και να βρεθεί σε ειδικά διαμορφωμένο μονοπάτι το οποίο σχεδιάστηκε με αναφορά τα γνωστά υπάρχοντα μονοπάτια του βουνού.



Η πρόσβαση στο επίπεδο αυτό γίνεται από το +4.00 με την εσωτερική σκάλα του πύργου και από το +1.00 με υπαίθρια ράμπα και γραμμική σκάλα.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της σύνθεσης, μια εσωστρεφής πλατεία η οποία περικλείεται από κοινωνικές χρήσεις, σε δύο τομείς στο Νότο και στην Δύση. Πάνω της παρατηρούμε παγκάκια από μπετόν, μία πέτρινη βρύση η οποία βρίσκεται στα όρια του παρτεριού με τα βότανα στο κέντρο της πλατείας και κάποια υπερυψωμένα ανοίγματα που φωτίζουν τον υπόγειο χώρο των λουτρών.

Έκκεντρα του πύργου βρίσκεται το εργαστήριο βοτάνων όπου μέρος του φυσικού βράχου έχει επιτραπεί να εισχωρήσει στο χώρο δίνοντας στους χρήστες ένα μέρος όπου μπορούν να κρεμάσουν τα βότανα αφού τα έχουν μαζέψει από το παρτέρι της πλατείας.

Στην δεξιά πλευρά του Νότιου τομέα, η οποία περιλαμβάνει μέρος του υπερυψωμένου επιπέδου +1.00, βρίσκεται η ανοιχτή κουζίνα ή αλλιώς εστιατόριο των επισκεπτών. Μέρος του χώρου αυτού αποτελεί η κουζίνα όπου γίνεται η προετοιμασία του φαγητού από όλους τους επισκέπτες ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του υπάρχουν τα τραπεζοκαθίσματα καθώς και ένα τζάκι στο οποίο έχουν τοποθετηθεί καθίσματα περιμετρικά του. Επίσης δίπλα από την κουζίνα υπάρχει βοηθητικός χώρος μπάνιου.




Περίπου στη μέση της πτέρυγας έχει σχεδιαστεί αίθριος χώρος διπλού ύψους ο οποίος επιτρέπει στον παρατηρητή να έρθει σε οπτική επαφή με το υπόγειο επίπεδο του -1.00. Δίπλα από το αίθριο αναπτύσσεται ραμπόσκαλα η οποία ενώνει το επίπεδο του +/-0.00 με το +1.00. Έμπροσθεν του αίθριου υπάρχει πέτρινος τοίχος που εξέχει από τα όρια της κάτοψης, με μία ήπια κλίση που ανοίγει προς τα κάτω, και προστατεύει την σκάλα η οποία ενώνει τα επίπεδα +/-0.00 και -1.00.

Αριστερά του αίθριου ξεχωρίζει ο όγκος του κυλικείου ο οποίος υποχωρεί προς τα πίσω δημιουργώντας έτσι ελεύθερο χώρο στάσης για τους επισκέπτες του. Η κύρια είσοδος πραγματοποιείται από την κεντρική πλατεία. Ο επισκέπτης καθώς εισέρχεται στον χώρο έρχεται μπροστά στον ημικυκλικό τοίχο φτιαγμένο από υαλότουβλα, ο οποίος περιλαμβάνει τον χώρο του παρασκευαστηρίου. Στο υπόλοιπο του χώρου υπάρχουν τραπέζια τα οποία κοιτούν προς το δάσος της βουνοπλαγιάς. Δίπλα στο κυλικείο υπάρχει μικρός βοηθητικός χώρος μπάνιου ο οποίος έχει πρόσβαση από την πλευρά του αίθριου.

Αριστερά του καμπύλου τοίχου του κυλικείου σχεδιάστηκε πρόβολος μεταλλικής κατασκευής με ξύλινες σανίδες που δρα ως “εκτόνωση” βγαίνοντας εκτός των σχεδιαστικών ορίων.


Στο τέλος του Νότιου τομέα βρίσκεται και το γωνιακό εργαστήριο μελωδών, στο οποίο υπάρχει εσοχή που λειτουργεί ως μπαλκόνι και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ημιυπαίθρια έκθεση των ανεμόφωνων. Εντός του εργαστηρίου παρατηρείται κυκλικός φεγγίτης στην οροφή, του οποίου οι τοίχοι εισχωρούν στον χώρο προσφέροντας έτσι έναν ακόμα τρόπο να αναδειχθούν οι κατασκευές των συμμετεχόντων. Δεξιά του εργαστηρίου υπάρχει και σκάλα που συνδέει τα επίπεδα του +/-0.00 και -4.00.

Προχωρώντας αριστερά στον Νότιο Τομέα βρίσκουμε τα δύο δωμάτια άσκησης yoga και pilates. Μορφολογικά οι δύο αυτοί όγκοι είναι πανομοιότυποι και ακολουθούν τον σχεδιαστικό άξονα του πύργου. Χρησιμοποιούν το υλικό της πέτρας σε όλες τους τις όψεις και αφήνουν μικρά ανοίγματα που επιτρέπουν στους χρήστες να επικεντρωθούν στην γυμναστική τους.

Στο τέλος της πτέρυγας υπάρχει το εργαστήριο χαρακτικής το οποίο έχει μεγαλύτερο ύψος από τα υπόλοιπα λόγω του υπερυψωμένου τμήματος του δώματος. Στην μπροστινή όψη του υπάρχει πλατύσκαλο με γραμμική σκάλα η οποία οδηγεί στο δώμα του εργαστηρίου και επιτρέπει στους επισκέπτες να ανεβούν ώστε να στεγνώσουν τα έργα τους ή να περιηγηθούν τον χώρο.




Ακριβώς κάτω από τη καρδιά της πλατείας αναπτύσσονται τα θερμά λουτρά μία πιο εσωστρεφής ζώνη που επικοινωνεί με τους χώρους απομόνωσης και την αίθουσα τσαγιού.
Σκοπός του υπογείου αυτού επιπέδου είναι η δημιουργία μιας ατμόσφαιρας αποφόρτισης, που ενθαρρύνει την αναγέννηση σώματος και πνεύματος.
Η νότια πτέρυγα του επιπέδου αξιοποιήθηκε ώστε να μπουν κάποια παραπάνω εργαστήρια τα οποία δεν χρειαζόντουσαν φυσικό φωτισμό.
Συγκεκριμένα στην δεξιά πλευρά της πτέρυγας τοποθετήθηκαν ο φούρνος και το μελισσοκομείο, εργαστήρια των οποίων τις χρήσεις συναντάμε και στην καθημερινότητα στην πόλη και στην εξοχή της Ξάνθης.Απέναντι τους υπάρχουν βοηθητικοί χώροι τουαλέτας. Αριστερά του αίθριου σχεδιάστηκε και το εργαστήριο κεραμικής το οποίο αξιοποιεί τους εκατέρωθεν ημιυπαίθριους χώρους δίνοντας τον απαραίτητο χώρο στους χρήστες για να στεγνώσουν τα εργοτεχνήματα τους. Ακόμη από τον αριστερό ημιυπαίθριο χώρο υπάρχει πρόσβαση σε ειδικά διαμορφωμένο μονοπάτι για την περιήγηση της βουνοπλαγιάς.
Περνώντας στην ανατολική πτέρυγα της στάθμης βρίσκουμε τους προαναφερόμενους χώρους απομόνωσης και την αίθουσα τσαγιού, μέρος της παράδοσης που ακολουθεί της διαδικασίας του λουτρού.
Οι χώροι απομόνωσης ακολουθούν το σχήμα των χώρων εξάσκησης απο την κάτοψη +/-0.00 κια αφήνουν ενίοτε μικρά και μεγάλα ανοίγματα, ενώ εντός τους συναντάμε στοιχεία νερού που μας θυμίζουν την βασική χρήση του επιπέδου.
Ερχόμενοι στο κέντρο της κάτοψης συναντάμε τα θερμά λουτρά τα οποία περιλαμβάνουν χώρο υποδοχής καθώς και βοηθητικούς χώρους αποδυτηρίων και τουαλετών. Στον κύριο χώρο των λουτρών και συγκεκριμένα στην πίσω πλευρά τους έχει επιτραπεί στο φυσικό ανάγλυφο του βουνού να εισχωρήσει στο χώρο με τρόπο που να υπενθυμίζει στον επισκέπτη το τοπίο που τον περικλείει. Ακόμη στην θολωτή οροφή υπάρχουν τα προαναφερόμενα ανοίγματα στο επίπεδο του +/-0.00 που αφήνουν το φώς να εισχωρήσει στο χώρο.