Δ003.22 | Βαρώσια. Εγχειρίδιο Απομνημόνευσης μιας ξεχασμένης πόλης.


Διπλωματική εργασία: Βαρώσια. Εγχειρίδιο Απομνημόνευσης μιας ξεχασμένης πόλης.
Φοιτήτρια: Θειακού Γεωργία
Επιβλέπων: Γουρδούκης Δημήτρης
Σχολή: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών
Όντας από μια οικογένεια προσφύγων, έχω μόνο μια ασαφή εικόνα για το πως έμοιαζε η πόλη, η οποία δημιουργείται μέσα από ιστορίες που άκουσα απ’ την οικογένεια μου. Συχνά φαντάζομαι πως θα ήταν η ζωή τους στην Αμμόχωστο σήμερα, αν δεν είχε συμβεί η εισβολή. Το περίεργο είναι ότι παρόλο που δεν επισκέφτηκα ποτέ το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, παρά μόνο όταν ήμουν μικρή, πάντα ένιωθα ότι ένα κομμάτι μου ανήκει εκεί.




Στα σαράντα οκτώ χρόνια που πέρασαν, αυτοί οι άνθρωποι έχουν μετεγκατασταθεί σε διαφορετικά μέρη. Έχουν μεγαλώσει τις οικογένειες τους και έχουν ζήσει περισσότερο από το ήμισυ της ζωής τους αλλού. Ωστόσο εξακολουθούν να λένε σπίτι τους το Βαρώσι. Όταν ρωτάω κάποιο συγγενή μου για μια ιστορία, είναι αρκετά ενδιαφέρον πως όλοι νιώθουν μεγάλη αυτοπεποίθηση πριν ξεκινήσει η αφήγηση τους. Κι όμως, στην πορεία φαίνεται πόσο δύσκολο είναι να αφηγηθούν κάτι που υποτίθεται ήταν τόσο οικείο για εκείνους. Αν και οι ιστορίες διέφεραν μεταξύ τους, οι ομοιότητες στις αναμνήσεις ήταν σαφείς. Αυτό μου έδωσε την ώθηση να προχωρήσω σε μια έρευνα, σε μια προσπάθεια να αποτυπώσω ξανά την εικόνα της πόλης. Ένα εγχειρίδιο για την απομνημόνευση αυτής της ξεχασμένης πόλης.


Η παρούσα διπλωματική εργασία, μέσα από ένα εγχειρίδιο, αποσκοπεί την εξερεύνηση της πόλης μέσα από αναμνήσεις ανθρώπων που έζησαν στην Αμμόχωστο πριν από 48 χρόνια, αναβιώνοντας ξανά την πόλη.


Το συγκεκριμένο εγχειρίδιο αποτελείτε από 4 τεύχη, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, μερικά τρισδιάστατα εκτυπωμένα αντικείμενα, 5 σουβενίρς, ένα κτίριο και σχέδια. Όλα τους για να βοηθήσουν στην απομνημόνευση αυτής της πόλης. Η εργασία αυτή φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα τρόπο αναπαράστασης της μνήμης, προτείνοντας ουσιασικά μια διαφορετική ανάγνωση της πόλης των Βαρωσιών , μέσω μιας άντλησης πληροφοριών και έπειτα αποθήκευσης τους, που βασίζεται στην αφήγηση και στην διάδραση, συνδυάζοντας τον ψηφιακό με τον αναλογικό χώρο.


Η εικόνα της πόλης είναι μια από τις μεγαλύτερες πιέσεις που μπορεί να δεχτεί αυτή η πόλη. Μια πίεση από τους κατοίκους να αναβιώσουν την εικόνα που έχουν για αυτήν την πόλη. Οι τελευταίες παραστάσεις που συνοδεύουν τους πρόσφυγες τόσα χρόνια, καθιστούν πιο δύσκολο να ξεπεραστεί αυτή η εικόνα γιατί μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη του ονείρου της επιστροφής.




Πως μπορεί αυτή η πόλη να ανακάμψει πλήρως, ενώ τα ερειπωμένα της κτίρια εξακολουθούν να είναι μια μόνιμη υπενθύμιση του παρελθόντος; Πόσο σημαντικό είναι να αναδειχθεί η κοινωνική πτυχή του προβλήματος ώστε η πόλη να ανακτήσει την απαξιωμένη ιστορική και πολιτιστική της δύναμη και την αξιοπρέπεια των κατοίκων της; Υπάρχει ουσία για την συζήτηση περί ανάκαμψης;




Η παρούσα εργασία δεν μιλά για την επαναλειτουργία της υπάρχουσας πόλης, όσο κι αν αυτό θα αποτελούσε ιδανική συνθήκη, αλλά έρχεται να σχολιάσει το καθεστώς που επικρατεί. Έρχεται να αφυπνίσει και να εμπλουτίσει τις εικόνες των ανθρώπων που την έζησαν. Λειτουργεί ως πυκνωτής των θραυσμάτων και αφορά μια προσωπική περιήγηση, του καθενός.

Η μνήμη μας μήπως είναι ένας τρόπος με τον οποίο επεξεργαζόμαστε και συσσωρεύουμε την εμπειρία; Φανταζόμαστε το παρελθόν; Μήπως τα αντικείμενα αυτά μπορούν να μας πλησιάσουν και να μας αγγίξουν περισσότερο από όσο πιστεύουμε; 





































Συμπληρωματικά τεύχη για την εργασία: