Φοιτήτρια: Εμμανουέλα Φραγκούλη
Σύμβουλοι: Πανίτα Καραμανέα, Παναγιώτης Βασιλάτος
Σχολή: ΕΜΠ
Η διπλωματική αυτή
εργασία είναι η συνέχεια της διάλεξής
μου για τα μιτάτα του Ψηλορείτη, μια
έρευνα που με απασχόλησε σε βάθος και
συνεχίζει να με απασχολεί. Το γόητρο
που μου άσκησε ο τόπος και τα ερωτήματα
που γεννήθηκαν κατά τις διαδοχικές μου
επισκέψεις στον Ψηλορείτη, μου δημιούργησαν
το ερώτημα της διαχείρισης και αναβίωσης
ενός τοπίου – πολιτιστικού μωσαϊκού
που έχει αφεθεί στον χρόνο. Αναλύοντας
τα φυσικά, πολιτισμικά και κοινωνικά
χαρακτηριστικά του τόπου προσπάθησα
να κατανοήσω τις ανάγκες που υπάρχουν
και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν
να καλυφθούν. Η σύνθεση ακολουθεί την
ανάλυση και το αντίστροφο, δημιουργώντας
ένα ασαφές όριο μεταξύ τους.
Η περιοχή επέμβασης,
γνωστή ως Καβαλαριά, τοποθετείται στα
1180μ., εντός της περιφέρειας των Ανωγείων
και κοντά στον Αρχαιολογικό χώρο της
Ζωμίνθου. Αποτελεί ένα σημείο κόμβο,
όπως ανακάλυψα στην πορεία από προσωπική
εμπειρία, καθώς από εκεί διέρχεται το
μονοπάτι Ε4 Ανώγεια – Ζώμινθος – Νίδα,
καθώς και ένας αγροτικός δρόμος που
οδηγεί σε άλλα μιτάτα της περιοχής. Για
τους περιπατητές αποτελεί σημείο στάσης,
καθώς βρίσκεται στη μέση περίπου του
μονοπατιού. Καθώς τα κοντινότερα
καταφύγια (Τουμπωτός Πρίνος και Πρίνος)
είναι πάνω από 12 ώρες πεζοπορίας μακριά
και τα μιτάτα που κάποτε είχαν και αυτόν
τον ρόλο πλέον έχουν εγκαταλειφθεί,
στόχο της πρότασης αποτέλεσε η δημιουργία
3 μικρών καταφυγίων έκτακτης ανάγκης,
μίας ημιυπαίθριας κατασκευής για στάση
(και εν δυνάμει αναψυκτήριο) καθώς και
μιας διαδρομής που θα αναδεικνύει το
τοπίο με τις υπάρχουσες και τις νέες
κατασκευές.
Η διαδρομή εκτείνεται
στους δύο λόφους της περιοχής επέμβασης
περνώντας από σημεία ενδιαφέροντος,
σαν νήμα που επιχειρεί να συνδέσει το
παλιό με το νέο μέσα από τα ίχνη της
πέτρας και του τόπου. Το πλάτος της
μεταβάλλεται ανάλογα με την κίνηση ή
στάση σε σημεία και η κλίση της ακολουθεί
το φυσικό ανάγλυφο σε μεγάλο ποσοστό,
με γνώμονα τη δημιουργία μιας άνετης
και προσβάσιμης περιπατητικής διαδρομής
που επιτρέπει στον περιπατητή να
περιπλανηθεί και να βιώσει τον τόπο.
Διαδοχικές πλάκες βιομηχανικής εσχάρας
ακουμπούν πάνω σε λίθινα τοιχία και
σχηματίζουν μια σπονδυλωτή διαδρομή
που ξετυλίγεται στον χώρο.
Τα καταφύγια είναι
κατασκευές ελαχίστων διαστάσεων που
φωλιάζουν μέσα σε υπάρχοντα ορύγματα
που έχουν δημιουργηθεί κατά την εξαγωγή
λίθων από τον βράχο. Το μέγεθός τους
προσαρμόζεται ανάλογα με το μέγεθος
του ορύγματος, με αποτέλεσμα το καθένα
να φιλοξενεί από 1 έως 4 άτομα. Η κατασκευή
ακολουθεί μια οικονομία που αποτυπώνεται
και στη χρήση τους, ένα χαρακτηριστικό
που μας διδάσκει η παραδοσιακή
αρχιτεκτονική του ελάχιστου. Τα υλικά
που χρησιμοποιούνται είναι η τοπική
πέτρα και το ξύλο. Τα στιβαρά ξερολιθικά
τοιχία δημιουργούν ένα ισχυρό κέλυφος
συνδεδεμένο με τον τόπο που αξιοποιεί
την τεχνική γνώση αιώνων. Η ξύλινη
κατασκευή έρχεται και εισχωρεί στο
στιβαρό περίβλημα, σε απόσταση από το
έδαφος, δημιουργώντας ένα προστατευμένο
και οικείο εσωτερικό. Η τέταρτη πλευρά
των κατασκευών είναι ο βράχος, λειτουργώντας
σαν υπενθύμιση και συνδετήρας με το
περιβάλλον τοπίο.
Τo φως μπαίνει από
ψηλά, ωστόσο δεν υπάρχει οπτική επαφή
με το έξω, καθώς χρησιμοποιούνται
πολυκαρβονικά πανέλα στα ανοίγματα. Η
οροφή δομείται από πλάκες ,με εμφανή
μόνωση από Wood Fiber, σε ολίσθηση, ακολουθώντας
τις ολισθαίνουσες πλακώδεις επιφάνειες
του ίδιου του βράχου. Για τις κατασκευές
χρησιμοποιούνται ως επί το πλείστον
ντόπια και οικονομικά υλικά που
συναρμολογούνται εύκολα στο πεδίο. Για
τα μιτάτα προτείνεται αποκατάσταση.
Η παρέμβαση λειτουργεί
ως μια πρόταση ήπιας διαχείρισης και
αναβίωσης του τοπίου, ενσωματώνοντας
στοιχεία αρχιτεκτονικής μνήμης και
σύγχρονης ανάγκης. Πρόκειται για μια
προσωπική χειρονομία – μια προσπάθεια
να συνδεθεί το παλιό με το νέο, να δοθεί
φωνή στον τόπο και να αναδειχθεί βιωματικά
ο διαχρονικός χαρακτήρας των μιτάτων
μέσα από ένα σύγχρονο αρχιτεκτονικό
βλέμμα.














