Δ016.25 | From Ai to the I: Η βιβλιοθήκη της σύγχρονης εποχής ως ένα χωρικό cloud

Φοιτήτρια: Έλενα Κουκούλη

Επιβλέπων: Κάρολος Γαλανός
Σχολή: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων




Η βιβλιοθήκη είναι ένας περίπλοκος χώρος, σχεδόν μυστηριακός και ατέρμονος στα βάθη του χρόνου. Όμως, έτσι είναι και η φύση της ανθρώπινης γνώσης και κατανόησης. Οι άνθρωποι επιθυμούμε να γνωρίσουμε το άγνωστο, όσο και αν μας τρομάζει η σκέψη, με την ίδια ένταση που επιθυμούμε την επαφή με άλλους. Μελετώντας την ιστορία της βιβλιοθήκης ως κτήριο και θεσμό διαχρονικά και τη θεωρία των τρίτων τόπων στην σύγχρονη εποχή, θέτουμε τα θεμέλια για την κατανόηση αυτού του σύνθετου χώρου. Τι πρέπει να γίνει, όταν η τεχνολογία μπαίνει στην εξίσωση; Μέσα από τη συνύφανση της τεχνητής νοημοσύνης στις κύριες λειτουργίες της βιβλιοθήκης, σκοπός αυτής της διπλωματικής εργασίας είναι να αναζητήσει τη σύνδεση μεταξύ του υλικού και του άυλου, ώστε να επαναπροσδιορίσει την αντίληψή μας για τον χώρο, πέρα από τον φυσικό, ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να βιώσει αισθητηριακά ολοκληρωμένες εμπειρίες γύρω από την κατάκτηση της γνώσης.



Σκεπτόμενοι τη βιβλιοθήκη ως χώρο, αναδύεται μία πολύ συγκεκριμένη εικόνα στο νου, όπως μεγάλα έπιπλα γεμάτα με όλων των ειδών τα βιβλία τα οποία φτάνουν μέχρι την οροφή στις περισσότερες περιπτώσεις, γραφεία μελέτης παρατεταμένα στη σειρά, βιβλιοθηκάριοι να εξυπηρετούν πίσω από γραφεία ή να παρελαύνουν στον χώρο τακτοποιώντας και οργανώνοντας τα βιβλία στις κατάλληλες θέσεις. Αν και εν μέρει σωστή και δικαιολογημένη, αυτή η αναπαράσταση της βιβλιοθήκης δεν είναι ικανή να αποτυπώσει και να περιγράψει την περιπλοκότητα και τη σύνθεση ενός τέτοιου χώρου. Επιχειρώντας τη μελέτη της βιβλιοθήκης και των ποικίλων εκφάνσεών της ως κτήριο και θεσμό μέσα στο πέρασμα του χρόνου και σε κάποια σημεία σταθμούς στην εξέλιξη και την πορεία της βιβλιοθήκης, σκοπός θα είναι η αποκωδικοποίηση των βασικών χαρακτηριστικών της, τα οποία αποτελούν και τον κεντρικό ιδεολογικό και σχεδιαστικό της άξονα.


Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι η βιβλιοθήκη αποτελεί μία πολύπλοκη και σύνθετη δομή με κάποια διακριτά χαρακτηριστικά, τα οποία παρουσιάζονται ανεξαρτήτως χρονικού πλαισίου.

Η βιβλιοθήκη του Βατικανού αποτελεί το αρχέτυπο της βιβλιοθήκης επειδή θίγει το ζήτημα της προσβασιμότητας και σε ποιον απευθύνεται η βιβλιοθήκη. Εξαιτίας του αρχειακού της χαρακτήρα, η βιβλιοθήκη αρχικά δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί από το ευρύ κοινό, επειδή απαιτούνταν εξειδικευμένες γνώσεις για να είναι σε θέση ο χρήστης να πλοηγηθεί στο τεράστιο υλικό. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου και την εξειδίκευση της εκπαίδευσης, όλο και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων είχαν την ευκαιρία να περιηγηθούν στα μονοπάτια της γνώσης που τόσο καλά διαφυλασσόταν. Έτσι, η βιβλιοθήκη πέρασε από ένα θησαυροφυλάκιο σε έναν ανοιχτό χώρο εξερεύνησης και διάδοσης της γνώσης.  


Το δεύτερο χαρακτηριστικό αφορά την καινοτομία και κτήρια με τόσο σημαντική προγραμματική λειτουργία για την πόλη και το κοινωνικό σύνολο, όπως η βιβλιοθήκη οφείλουν να αφουγκράζονται το πνεύμα της εποχής τους. Την πρώτη σημαντική νύξη σε αυτή την έννοια την εντοπίζουμε στο κτήριο της Sainte Genevieve, ένα κτήριο - τομή για την εποχή του. Ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτή η τομή είναι μέσα από τη διαχείριση της υλικότητας και πόσο ισχυρό εργαλείο είναι για την αρχιτεκτονική αφήγηση, καθώς και την ενίσχυση του λειτουργικού προγράμματος της ίδιας της βιβλιοθήκης.

Μιλώντας για το πνεύμα της εποχής είναι σημαντικό να αναφερθούμε στη σχέση χρήστη – χώρου, η οποία συμπεριλαμβάνει το τρίτο και τέταρτο βασικό χαρακτηριστικό. Η καινοτομία ενός κτηρίου δεν έγκειται μόνο στην αξιοποίηση και την εφαρμογή νέων υλικών και τεχνικών, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εισάγει τις ζωές των ανθρώπων και λαμβάνει υπόψιν τον τρόπο λειτουργίας της καθημερινότητάς τους στο ίδιο το λειτουργικό πρόγραμμα. Στο Centre George Pompidou, ο χρήστης ορίζει προσωπικά τις δραστηριότητες που τον ενδιαφέρουν, αλλά και τον χρόνο που αφιερώνει σε αυτές. Ωστόσο, αν δεν υπάρχουν χώροι τους οποίους να μπορεί να οικειοποιηθεί και να εντάξει στην καθημερινή του ζωή, τότε είναι αδύνατη τόσο η προσωπική εξέλιξη και αναψυχή, όσο και η διάδραση με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Επομένως, η καθημερινή ζωή του χρήστη και η δυνατότητα να οικειοποιηθεί τον χώρο στον οποίο βρίσκεται αποτελούν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά.



Τέλος, έχοντας εδραιώσει ότι η βιβλιοθήκη είναι ένα κτήριο συνεχώς μεταλλασσόμενο και εξελισσόμενο με το πνεύμα της εποχής, είναι φυσικό και επόμενο πως και το περιεχόμενό της θα ακολουθεί αυτή τη λογική. Το βιβλίο ανέκαθεν είχε και έχει ανεκτίμητη αξία για τη λειτουργία της βιβλιοθήκης, καθώς και για τον άνθρωπο. Στη σύγχρονη εποχή – αναφερόμενοι από τα τέλη του 20ου αιώνα μέχρι και σήμερα – δεν παύει, όμως, να συμπορεύεται μαζί με νέους τρόπους κωδικοποίησης τους οποίους οφείλει να εντάξει και να αναδείξει μέσα από το σχεδιασμό και το λειτουργικό της πρόγραμμα, όπως συνέβη και στην Sendai Mediateque. Τέτοιοι τρόποι είναι τα CD, DVD και εν γένει audiovisual μέσα, τα οποία αποτελούν ένα εφαλτήριο προς τον άυλο κόσμο του διαδικτύου και του network. Επομένως, η βιβλιοθήκη οφείλει να μυήσει τον χρήστη σε αυτό το νέο περιβάλλον με τον πιο ομαλό και οικείο δυνατό τρόπο, όπως συμβαίνει στη βιβλιοθήκη της Sendai, όπου τα ποικίλα πολυμέσα συνυπάρχουν υπό το κοινό πρίμα των ανθρώπινων σχέσεων. Στη Seattle Library, αυτό γίνεται αντιληπτό από τη διαφορετική προσέγγιση στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ώστε η βιβλιοθήκη πλέον αν μην είναι απλώς ένα ινστιτούτο βιβλίων, αλλά ένας αστικός χώρος διακίνησης της πληροφορίας.

Συνεπώς, αντιλαμβανόμαστε πως η βιβλιοθήκη είναι ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κτήριο, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του οποίου παράγει χώρους για τον άνθρωπο που αναζητάει, δίνοντάς του, έτσι, την ευκαιρία να ορίσει τη χρήση αυτών των χώρων μέσα από την οικειοποίηση και τις διαπροσωπικές σχέσεις που χτίζει μέσα σε αυτούς.



Στις αρχές του 21ου αιώνα, το βασικότερο ζήτημα της εποχής ήταν η συρρίκνωση της δημόσιας σφαίρας και η ψηφιοποίηση των μέσων. Ακόμα και σήμερα, η βιβλιοθήκη συνεχίζει να αντιμετωπίζει αυτό το φαινόμενο με τον όλο και αυξανόμενο όγκο πληροφοριών που είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο, αλλά και με την διαταραχή των κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων εξαιτίας των ψηφιακών μέσων δικτύωσης. Ωστόσο, αν και ο άνθρωπος έχει αποξενωθεί αρκετά από το κοινωνικό του σύνολο, στη δική μας εποχή παρατηρείται μία ανάγκη για επιστροφή στους δημόσιους χώρους και στους χώρους κοινωνικοποίησης, φαινόμενο το οποίο έγινε αισθητό την τελευταία πενταετία, και ειδικότερα έπειτα από την υγειονομική κρίση του 2020, η οποία έφερε στην επιφάνεια αυτό το ζήτημα.

Στην κοινωνιολογία, ο Ray Oldenburg στο βιβλίο του «The Great Good Place», το οποίο εκδόθηκε το 1989, διακρίνει και εξετάζει τρία κοινωνικά περιβάλλοντα. Αυτά είναι, το σπίτι (πρώτος τόπος), η εργασία (δεύτερος τόπος) και οι χώροι που αποσκοπούν στην ψυχαγωγία και την κοινωνικοποίηση των ανθρώπων τους οποίους ονομάζει τρίτους τόπους (third places).1 Σύμφωνα με τον Oldenburg, αυτοί οι τρίτοι τόποι έχουν ένα σύνολο από διακριτά χαρακτηριστικά. Καταρχάς, το ωράριο λειτουργίας τους θα πρέπει να είναι διευρυμένο, ώστε να επιτρέπεται στους επισκέπτες να απολαμβάνουν τον ελεύθερο χρόνο τους σε ένα κοινωνικό και διαδραστικό περιβάλλον με χαλαρή δομή και ατμόσφαιρα. Οφείλουν επίσης να είναι προσβάσιμοι σε όλους εξυπηρετώντας τις ανάγκες των χρηστών όσο αυτοί παραμένουν στον χώρο, ο οποίος είναι ουδέτερος. Έτσι, όλοι οι επισκέπτες αντιμετωπίζονται και αλληλεπιδρούν ως ίσοι χωρίς να νιώθουν υποχρεωμένοι να βρίσκονται εκεί.


Γιατί, όμως, έχουν τόση σημασία οι τρίτοι τόποι; Σύμφωνα με τον Oldenburg, είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στη δημόσια κοινωνική ζωή και την ιδιωτική ζωή του σπιτιού, επειδή όντας χώροι κοινωνικοποίησης προσφέρουν έναν χώρο εκτόνωσης του καθημερινού άγχους. Ωστόσο, οι τρίτοι τόποι σήμερα σε σχέση με τους τρίτους τόπους στην εποχή που έγραφαν ο Oldenburg και ο Perec έχουν εξελιχθεί ραγδαία.

Επομένως, αυτοί οι τρίτοι τόποι, όπου μπορούσε κανείς να επισκεφτεί με σκοπό την προσωπική ψυχαγωγία και ανάπαυση, έχουν γίνει ένα μέρος της οικιακής και εργασιακής ζωής, αντί να προάγουν την κοινωνικοποίηση, όπου ο διάλογος θα είναι η κύρια δραστηριότητα που θα λαμβάνει χώρα μέσα σε αυτούς. Αυτό αναιρεί την τυπική έννοια του τρίτου χώρου, αλλά ίσως αυτή η συγχρονικότητα των δραστηριοτήτων, η οποία επιτρέπει στον χρήστη να αξιοποιήσει και να οικειοποιηθεί τον χώρο σε ένα ακόμα πιο ευρύ κοινωνικό και πολιτισμικό φάσμα να είναι η καινοτομία της δικής μας εποχής.
Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι τα χαρακτηριστικά της βιβλιοθήκης που αντλήσαμε από την προηγούμενη έρευνα, απαντούν σε πολλά από τα χαρακτηριστικά των τρίτων τόπων. Οι σύγχρονες βιβλιοθήκες των οποίων ο σκοπός δεν αφορά μόνο στη διαφύλαξη και την προστασία του βιβλίου, έχουν μετατραπεί σε χώρους διάδρασης και κοινωνικοποίησης, οι οποίοι είναι εξαιρετικά σημαντικοί για το κοινωνικό σύνολο.
Αναδεικνύοντας τα παραπάνω πορίσματα, σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η δημιουργία μίας βιβλιοθήκης, η οποία θα αποτελεί έναν αισθητηριακά ολοκληρωμένο χώρο, όπου ο άνθρωπος θα έχει την ευκαιρία να κοινωνικοποιηθεί και να μελετήσει μέσα σε ένα χαλαρό και οικείο περιβάλλον και στο οποίο θα μπορεί να βιώνει καταστάσεις όπου όλες οι αισθητηριακές λεπτομέρειες θα συνθέτουν μία πραγματική εμπειρία γύρω από την κατάκτηση της γνώσης, όχι ως μέσο επιβράβευσης, αλλά ως μέσο προσωπικής εξέλιξης.


Για να μπορέσουμε να ορίσουμε το λειτουργικό πρόγραμμα μίας βιβλιοθήκης – και γενικότερα ενός οποιουδήποτε κτηρίου – πρώτη ενέργεια πρέπει να είναι να εντοπιστούν οι ανάγκες του. Υπάρχουν διάφορα μοντέλα οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης που παρά τη διαφορετική χωρική οργάνωση, παρατηρούμε πως οι χώροι της βιβλιοθήκης χαρακτηρίζονται από μία βαθμιαία πρόσβαση στον πυρήνα της, που στην ουσία είναι η γνώση, είτε για λόγους εξειδίκευσης είτε για λόγους πρακτικούς, όπως η διαφύλαξη και η οργάνωση του υλικού.

Διαγράμματα άλλων μοντέλων.

  • Γραμμικό

    • Στο γραμμικό μοντέλο, οι λειτουργίες διαδέχονται η μία την άλλη, από την πιο γενική στην πιο ειδική και είναι διατεταγμένες πάνω σε μία νοητή γραμμή / άξονα. Στο παράδειγμα του Rolex Learning Center του αρχιτεκτονικού γραφείου SANNAA, αυτή η διάταξη γίνεται εμφανής στην κάτοψη του κτηρίου, όπου οι διάφορες χρήσεις παρατίθενται η μία μετά την άλλη, παρά το ιδιόμορφο και με εναλλασσόμενα επίπεδα σχήμα του.
  • Κυκλικό

    • Στο κεντρικό μοντέλο, η οργάνωση των χώρων αναπτύσσεται γύρω από έναν πυρήνα, που στην περίπτωση της Beinecke Rare Book & Manuscript Library του Gordon Bunshaft είναι ένας πύργος βιβλίων, τοποθετημένος κεντρικά ενός ορθογώνιου επιβλητικού κελύφους, όμοιο με ένα «θησαυροφυλάκιο γνώσης». Εδώ, την νοητή απεικόνιση του μοντέλου την εντοπίζουμε τόσο στην τομή όσο και στην κάτοψη του κτηρίου, όπου όλες οι χρήσεις στιβάζονται η μία πάνω από την άλλη και περιμετρικά ενός πυρήνα γνώσης.
  • Κεντρικό

    • Στο τελευταίο μοντέλο, το κυκλικό, σε μία παρόμοια λογική με αυτό του κεντρικού μοντέλου, οι λειτουργίες οργανώνονται γύρω από μία βασική χρήση. Η βιβλιοθήκη της Exeter του Louis Khan, αντί να τοποθετεί τη γνώση στο κέντρο των λειτουγιών, δημιουργεί μία τρύπα σε όλα τα επίπεδα του κτηρίου, στη βάση της οποίας, δηλαδή στο ισόγειο, τοποθετεί την πληροφόρηση. Αντίθετα, η γνώση διασκορπίζεται στους ορόφους παρακείμενα αυτής της τρύπας ως ένας δακτύλιος, όπως και τα αναγνωστήρια.



Για την διευκόλυνση του λειτουργικού προγράμματος της παρούσας πρότασης είναι δυνατόν να ορίσουμε τρεις κύριες βαθμίδες χώρων, οι οποίες είναι οι ανοιχτοί, οι μεικτοί και οι κλειστοί χώροι.
Οι ανοιχτοί χώροι αποτελούν χώρους γενικής κατανάλωσης της γνώσης, όπου η πρόσβαση είναι ελεύθερη στο ευρύτερο κοινό, επειδή απαιτείται ελάχιστη εξειδίκευση και στους οποίους συμβαίνει η εντονότερη διάδραση μεταξύ των ίδιων των χρηστών.
Παράλληλα, οι μεικτοί αποτελούν τους χώρους εξερεύνησης και αλληλεπίδρασης με τον ίδιο τον χώρο. Στην ουσία, είναι εξειδικευμένα κανάλια μετάβασης – ενδιάμεσοι χώροι – αναφορικά με τον τρόπο κωδικοποίησης της πληροφορίας. Η εξειδίκευση για την οποία μιλάμε, όμως, αφορά τη φύση του τρόπου εύρεσης και όχι του γνωστικού ζητήματος, έτσι ώστε να είναι εύκολη η πρώτη επαφή του χρήστη με τη γνώση σε ένα πιο προσωπικό επίπεδο.
Τέλος, οι κλειστοί χώροι είναι ειδικοί χώροι απόκτησης της γνώσης με περιορισμένη πρόσβαση λόγο της εξειδίκευσης του ίδιου του ζητήματος. Δηλαδή, σε αντίθεση με τους μεικτούς χώρους, εδώ ο χρήστης έχει μία μεγαλύτερη ευχέρεια στον τρόπο προσέγγισης του ζητήματος, χωρίς να τον περιορίζει ο τρόπος κωδικοποίησής του, επειδή ο ίδιος ο μελετητής ορίζει την έρευνα. Σε αυτούς τους χώρους, όσον αφορά τη διάδραση, ο χρήστης αποκτά μία πιο προσωπική εμπειρία με τη γνώση.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, διαμορφώνεται ένα νέο μοντέλο οργάνωσης της βιβλιοθήκης, το οποίο δεν βασίζεται στη διαφύλαξη και την προστασία των βιβλίων, αλλά στην επαφή του χρήστη με τη γνώση, αλλά και το ίδιο το κτήριο στο οποίο βρίσκεται και μελετά.




Σύμφωνα με τα παραπάνω, διαμορφώνεται ένα νέο μοντέλο οργάνωσης της βιβλιοθήκης, το οποίο δεν βασίζεται στη διαφύλαξη και την προστασία των βιβλίων, αλλά στην επαφή του χρήστη με τη γνώση, αλλά και το ίδιο το κτήριο μέσα στο οποίο βρίσκεται και μελετά. Μοιάζει με ένα χωρικό cloud, όπου η πληροφορία είναι διάχυτη στον χώρο και ο χρήστης έχει την ελευθερία να επιλέξει πώς και πού θα την βρει.
Για να μπορέσει να επιτευχθεί αυτό, στο λειτουργικό πρόγραμμα της βιβλιοθήκης εισάγεται μία νέα τεχνολογία. Η τεχνολογία του AI δεν είναι ένα σύγχρονο ζήτημα και αποτελεί ανέκαθεν ένα φλέγον θέμα στην επιστημονική κοινότητα, και ειδικά την τελευταία περίπου διετία, εξαιτίας της ραγδαίας εξέλιξής της και της επιρροής που αυτή έχει και πρόκειται να έχει στην εξέλιξη των κοινωνιών, αλλά και της ίδιας της ανθρωπότητας.
Όμως, παρά την ενσωμάτωση αυτής της τεχνολογίας στον καθημερινό τρόπο ζωής, οι επιπτώσεις αυτής της αλλαγής δεν είναι ακόμα εμφανείς, ούτε προβλέψιμες.
Επομένως, ένα κύριο και πολύ σημαντικό ερώτημα που προκύπτει είναι:




«Το ΑΙ μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη ευφυΐα και τέχνη και αν ναι, είναι πιθανό;»
Στην παρούσα χρονική στιγμή, κανείς δεν ξέρει. Παρόλα αυτά, οι έμφυτες ικανότητες του ανθρώπου για δημιουργία, κριτική σκέψη και επίλυση προβλημάτων είναι κάτι που καμία τεχνολογία μέχρι στιγμής δεν μπορεί να μιμηθεί στο 100%.
Η βιβλιοθήκη, όπως έχει αναλυθεί, είναι ένα συνεχώς μεταλλασσόμενο κτήριο, όπως και η φύση της πληροφορίας της εκάστοτε εποχής. Στόχος της παρούσας διπλωματικής, με την ενσωμάτωση του ΑΙ στο λειτουργικό πρόγραμμα της, είναι να εξετάσει ένα πιθανό σενάριο αφομοίωσης αυτής της καινοτομίας στην καθημερινότητα του ανθρώπου, παράλληλα θίγοντας το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσε να γίνει αυτό.
Συγκεκριμένα, προτείνεται η ένταξη ενός ΑΙ αλγόριθμου, ο οποίος θα γνωρίζει τόσο την πληροφορία που θα εμπεριέχεται στη βιβλιοθήκη, δηλαδή την βάση δεδομένων της, όσο και το ίδιο το κτήριο και την αρχιτεκτονική του δομή, ώστε να καθοδηγεί τον χρήστη στην κατάλληλη «γνώση» δίχως να του στερεί το δικαίωμα στην προσωπική μελέτη και έρευνα. Πρακτικά, θα προτείνει «μονοπάτια γνώσης» ανάλογα με τις ανάγκες του μελετητή και τις παροχές που προσφέρει το λειτουργικό πρόγραμμα, όπως έχει οριστεί προηγουμένως.  




Για τη διευκόλυνση του εγχειρήματος, θα χρησιμοποιηθεί site της περιοχής των Ιωαννίνων. Αν και τα εγγενή χαρακτηριστικά του οικοπέδου δεν είναι απαραίτητα για την πρόταση της παρούσας εργασίας, οφείλουν να αναδεικνύουν τα αποτελέσματα της θεωρητικής έρευνας, η οποία αποτελεί και τον κεντρικό άξονα της σχεδιαστικής προσέγγισης. Ενεργώντας, λοιπόν, στον άξονα της προσβασιμότητας, της καθημερινής ζωής και της ανθρώπινης διάδρασης, το οικόπεδο που επιλέγεται είναι το οικόπεδο των παλιών στρατιωτικών φυλακών, εξαιτίας της κομβικής του τοποθεσίας πάνω στο όριο της πόλης με την παραλίμνια διαδρομή. Ως αναπόσπαστο τμήμα της και μέρος της ιστορίας της, ενέχει μία δυναμική η οποία μπορεί να αναδείξει το παρόν εγχείρημα. Επειδή είναι ικανό να λειτουργήσει ως δημόσιο πέρασμα, συνδέει τις παρακείμενες λειτουργίες και δράσεις με τα γεγονότα που δύνανται να συμβούν σε αυτό, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα οικόπεδα που αναλύσαμε και που διαπιστώνουμε πως εν τέλει έχουν μία πιο αποδυναμωμένη σχέση με την πόλη και την καθημερινότητα των ανθρώπων. Ενισχύουμε, λοιπόν, την παραφωνία της φύσης που έρχεται να διακόψει τον αστικό ιστό, ενώ επεμβαίνουμε σε αυτό το no-mans land, το οποίο λειτουργεί ως η πλατφόρμα που θα παραλάβει τις νέες χρήσεις με σκοπό να επαναπροσδιορίσουμε τόσο την έννοια της βιβλιοθήκης, όσο και να ενεργοποιήσουμε έναν πόλο διάδρασης και συναλλαγής ενός ευρέως φάσματος κοινωνικών, αλλά και αρχιτεκτονικών συνιστωσών.




Έχοντας μιλήσει για τα περιφερειακά επεισόδια του οικοπέδου, οφείλουμε να καταγράψουμε και να συσχετίσουμε και τα εγγενή χαρακτηριστικά του με το θεωρητικό υπόβαθρο της εργασίας. Όπως προαναφέρθηκε, μέσα από την εισαγωγή του ΑΙ στο λειτουργικό πρόγραμμα της πρότασης, σκοπός είναι η δημιουργία ποικίλων διαδρομών εντός και εκτός του κτηρίου που θα απαντούν στις ανάγκες του εκάστοτε χρήστη. Αυτά τα «μονοπάτια γνώσης» διακρίνονται σε μονοπάτια εξερεύνησης, αναζήτησης και εκτόνωσης, καθώς και κάποια δευτερεύοντα βοηθητικά μονοπάτια για το προσωπικό της βιβλιοθήκης. Συσχετίζοντας λοιπόν τις επιμέρους λειτουργίες τις βιβλιοθήκης με τα αντίστοιχα μονοπάτια, δημιουργείται ένα δίκτυο διαφορετικών συνδέσεων, το οποίο αποτελεί το υπόβαθρο της σχεδιαστικής προσέγγισης και το διάγραμμα του μοντέλου της βιβλιοθήκης.

Επομένως, το context έρχεται να διαμορφώσει και να επηρεάσει την εξέλιξη της μορφής, επιβάλλοντας κάποια διακριτά και κυρίαρχα χαρακτηριστικά. Τα όριά του χρίζουν ιδιαίτερης σημασίας, εφόσον αποτελούν τους κατευθυντήριους άξονες για τη διαχείριση της πρόσβασης στο οικόπεδο. Εξαιτίας της θέσης του και των γύρω δραστηριοτήτων, το οικόπεδο αποτελεί έναν κόμβο γεγονότων. Στο βόρειο όριο, χαμηλή περίφραξη διαχωρίζει το οικόπεδο από το ΚΕ.ΠΑ.ΒΙ., ενώ στο νότο η φύση έχει κυριαρχήσει επί του ορίου. Ωστόσο, η νοητή διαγώνιος που ενώνει αυτά τα δύο όρια, αποτελεί ευκαιρία για τη δημιουργία μίας νέας διαδρομής από τη λίμνη προς την πόλη. Αντίστοιχα από τη δύση, το κλειστό όριο της εκκλησίας είναι η μοναδική ροή κίνησης από την πόλη προς τη λίμνη και η οποία διακόπτεται στην ανατολή στο φαινομενικά ελεύθερο όριο του οικοπέδου προς την παραλίμνια διαδρομή εξαιτίας της πυκνής βλάστησης. Στο κέντρο του οικοπέδου διαγράφεται ένα ξέφωτο, το οποίο καθιστά δυνατή την εισχώρηση της παραλίμνιας διαδρομής εντός της πρότασης και την τοποθέτηση του κεντρικού πυρήνα της βιβλιοθήκης.




Το δίκτυο της βιβλιοθήκης εξελίσσεται σε τρία επίπεδα: αυτό της λίμνης, όπου το οικόπεδο ανοίγεται από την πόλη προς το παραλίμνιο μέτωπο, του ΚΕ.ΠΑ.ΒΙ., όπου η βιβλιοθήκη έρχεται να συνδεθεί με τις παρακείμενες λειτουργίες και αυτό της πόλης, όπου ο χρήστης έρχεται σε επαφή και κατανοεί τον τόπο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υπό το πρίσμα της γνώσης.
Τα δε μονοπάτια που προκύπτουν χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, δηλαδή από ΑΙ σε ΑΙ και από ΑΙ σε Ι. Η πρώτη έκφανση αφορά την επικοινωνία μεταξύ των ΑΙ συμβούλων και την παραπομπή του χρήστη από τον έναν χώρο στον άλλο προς εύρεση της καταλληλότερης πληροφορίας. Αντίστοιχα, το ΑΙ σε Ι μονοπάτι, αποτελεί την πιο άμεση απάντηση του ψηφιακού συμβούλου προς τον χρήστη και το ερώτημα που έχει θέσει.

Στο πρώτο επίπεδο, διαφαίνεται μία πιο έντονη κίνηση ανάμεσα στα μονοπάτια του ΑΙ, καθότι σε αυτό βρίσκονται και οι περισσότερες λειτουργίες του κτηρίου. Πέρα από τον κεντρικό πυρήνα όπου βρίσκεται εντός της βιβλιοθήκης, υπάρχουν δευτερεύοντες ΑΙ σύμβουλοι, οι οποίοι συνδέονται τόσο με τη βιβλιοθήκη, όσο και μεταξύ τους. Οι χώροι είναι τοποθετημένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν ένα συνεχόμενο exploration curve, μία καμπύλη εξερεύνησης της πληροφορίας, δηλαδή, η οποία διαπερνά τα επιμέρους μονοπάτια και οδηγεί σε διαφορετικά μέσα κωδικοποίησης της πληροφορίας.

Επίσης, αυτή η καμπύλη ενώνει το πρώτο με το δεύτερο επίπεδο, όπου ο χρήστης έχει την ευκαιρία να κάνει μία παύση από την εξερεύνηση, να οικειοποιηθεί τον χώρο της βιβλιοθήκης και να αφομοιώσει την πληροφορία που έχει συλλέξει ως τώρα, δίχως να χάνει την επαφή με τη γνώση και τον σύμβουλο του ΑΙ, όποτε και αν ο ίδιος το επιθυμήσει.
Το τελευταίο επίπεδο, όπου τοποθετείται το αναγνωστήριο, αφορά στην περαιτέρω ανακάλυψη της πληροφορίας. Πλέον, ο χρήστης έχοντας περάσει από τα υπόλοιπα στάδια, επιλέγει στοχευμένα και συνειδητά να παραμείνει στον χώρο της βιβλιοθήκης, αφού προηγουμένως έχει εξερευνήσει και ανακαλύψει το κατάλληλο υλικό για τη μελέτη του. Παράλληλα με το αρχείο της βιβλιοθήκης και τον σύμβουλο ΑΙ, ο χρήστης θέτει την προσωπική του πορεία γνώσης.

Έτσι, δημιουργούνται τρία διαφορετικά μονοπάτια, τα οποία αντιστοιχούν σε τρεις τύπους timeline ενός χρήστη μέσα στη βιβλιοθήκη, πλήρως ανεξάρτητοι και προσωπικοί για τον καθένα. Ο ρόλος του συμβούλου ΑΙ είναι να βοηθήσει τον χρήστη, ο οποίος έχει την δική του μοναδική σφαίρα γνώσης να αναζητήσει τα ενδιαφέροντα και τις απορίες του μέσα στη βιβλιοθήκη, προτείνοντάς του το κατάλληλο μονοπάτι εύρεσης της πληροφορίας.

Σχεδιαστική προσέγγιση
Περνώντας στη σχεδιαστική προσέγγιση, η μορφή ακολουθεί τις επιταγές του context το οποίο έρχεται να ορίσει διαδρομές και σημεία στάσης ανά επίπεδο. Στο πρώτο επίπεδο ο πυρήνας της βιβλιοθήκης τοποθετείται κεντρικά με τα multimedia σε άμεση εξάρτηση στον κεντρικό χώρο του κτηρίου. Οι αίθουσες των εργαστήριων και το φόρουμ αναπτύσσονται γύρω από ένα ημικυκλικό αίθριο το οποίο λειτουργεί ως χώρος εκτόνωσης και κοινωνικοποίησης αναμεσά στις δυο χρήσεις. Επίσης, είναι σημαντική η εξάρτηση αυτών των δύο χρήσεων με το κτήριο του ΚΕ.ΠΑ.ΒΙ., καθότι αποτελεί ευκαιρία αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτών των λειτουργιών. Ομοίως, τα study rooms τοποθετούνται επάνω στη διαδρομή από την πόλη προς τη λίμνη με σκοπό την εξυπηρέτηση των κατοίκων και των μαθητών της περιοχής. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η κίνηση είναι πολύ σημαντική και συμβαίνει έντονα στο πρώτο επίπεδο, εξαιτίας της παρουσίας των περισσότερων χρήσεων του λειτουργικού προγράμματος. Συνεπώς, δημιουργούνται μονοπάτια και διαδρομές που οδηγούν από χώρο σε χώρο δίνοντας την ευκαιρία στους χρήστες να εξερευνήσουν τη διαθέσιμη πληροφορία ή να τους οικειοποιηθούν ανάλογα, είτε εντός είτε εκτός του κτηρίου.

Η καμπύλη εξερεύνησης οδηγεί τον χρήστη στο δεύτερο επίπεδο, είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά του κτηρίου, με δυο διαφορετικές διαδρομές, οι οποίες τυλίγονται πάνω στην καμπύλη των Multimedia. Επομένως, ο χρήστης οδηγείται απευθείας στον χώρο του lounge, ο οποίος ανοίγεται σχεδόν σε όλη την έκταση του δεύτερου επιπέδου. Στην δυτική πλευρά τοποθετείται η γκαλερί, η οποία βρίσκεται σε οπτική εξάρτηση με το ΚΕ.ΠΑΒΙ. και τη λίμνη. Μέσα από έναν λαβύρινθο που δημιουργούν οι ψηλοί τοίχοι της γκαλερί, ο χρήστης αρχίζει μία περιήγηση εντός του χώρου, η οποία αποκαλύπτει σταδιακά τη θέα της λίμνης, της πόλης και των γύρω κτηρίων.

Σε αυτό το δεύτερο επίπεδο είναι σημαντική η διαχείριση των ορίων που επιτυγχάνεται με την διαβάθμιση τους μέσα στον χώρο. Από τα ψηλά χωρίσματα στον χώρο της γκαλερί μέχρι την κατάργηση των ορίων στον χώρο του lounge, ο χρήστης έχει την ευκαιρία να κάνει μια παύση και αφομοιώσει την πληροφορία που έχει συλλέξει μέχρι τώρα.

Στο τρίτο και τελευταίο επίπεδο, η καμπύλη αρχίζει να τυλίγεται και να αναπτύσσεται γύρω από τον πυρήνα της βιβλιοθήκης δίνοντας στον χρήστη μια πανοραμική άποψη της πόλης των Ιωάννινων, ενώ ο ίδιος χάνεται ανάμεσα στις γωνίες της γνώσης. Ο χώρος της διοίκησης τοποθετείται στο νοτιοδυτικό μέτωπο του τρίτου επιπέδου με θέα προς την πόλη, ενώ το αναγνωστήριο αποκτά δική του υπόσταση αξιοποιώντας όλον τον προσανατολισμό του οικοπέδου. Συνεπώς, σε αυτό το τελευταίο επίπεδο, το αναγνωστήριο και η βιβλιοθήκη συγχωνεύονται μέσα από τη συνύφανση του ΑΙ και της πληροφορίας, με σκοπό ο χρήστης να χαράξει τη δική του προσωπική πορεία μελέτης.

Με αυτόν τον τρόπο, φτάνουμε στη σύνθεση μίας πρότυπης βιβλιοθήκης, η οποία ενορχηστρώνει τα εγγενή της χαρακτηριστικά υπό το πνεύμα της εποχής μας και αναδεικνύει την πολυπλοκότητά της ως ένα χωρικό cloud. Μέσα από τη συνύφανση της τεχνητής νοημοσύνης και της βιβλιοθήκης ως κτήριο και θεσμό, ο σκοπός αυτής της διπλωματικής εργασίας ήταν να αναζητήσει τη σύνδεση μεταξύ φυσικού και άυλου, ώστε να επαναπροσδιορίσει την αντίληψή μας για τον χώρο, αλλά και να καλλιεργηθεί το έδαφος για μία αέναη και αισθητηριακά ολοκληρωμένη αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων και της γνώσης.