Φοιτήτρια: Lavinia
Zoita
Σχολή: ΠΑΔΑ
Η παρούσα διπλωματική εργασία αφορά
την επανάχρηση του πρώην εργοστασιακού
τετραγώνου ΒΟΤΡΥΣ στα Σεπόλια, με στόχο
τη μετατροπή του σε έναν σύγχρονο
πολυθρησκευτικό πυρήνα λατρείας και
συνάθροισης, καθώς και τη συνολική
αναβάθμιση της περιοχής σε αστικό και
κοινωνικό επίπεδο. Το βιομηχανικό
κέλυφος επαναπροσδιορίζεται ως τόπος
πνευματικότητας, διαλόγου και συλλογικής
εμπειρίας, συνδέοντας τον αρχιτεκτονικό
σχεδιασμό με τη θρησκευτική πρακτική
και τη βιωματική διάσταση του ιερού.
Αφετηρία του σχεδιασμού αποτελεί η
συγκριτική μελέτη ιερών χώρων διαφορετικών
δογμάτων, από την οποία προκύπτουν
βασικά αρχιτεκτονικά εργαλεία —όπως
ο προσανατολισμός, το φως, η πορεία, η
κλίμακα και το υγρό στοιχείο— που
συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας
και της άυλης «αύρας» του ιερού χώρου.
Τα στοιχεία αυτά ενσωματώνονται στον
σχεδιασμό και καθορίζουν τόσο τη χωρική
οργάνωση όσο και τη βιωματική εμπειρία
του επισκέπτη.
Η ανάλυση της ευρύτερης περιοχής, σε
συνδυασμό με την καταγραφή των υπαρχόντων
θρησκευτικών δομών στην Αθήνα και την
Ευρώπη, οδηγεί στην επιλογή της δημιουργίας
ενός πολυθρησκευτικού ναού. Η πρόταση
φιλοξενεί τρεις διακριτούς λατρευτικούς
χώρους που αντιστοιχούν στα δόγματα
του Ιουδαϊσμού, του Ισλάμ και του
Ινδουισμού, με στόχο την κάλυψη αναγκών
θρησκευτικών κοινοτήτων που στερούνται
επαρκών χώρων λατρείας στην Ελλάδα,
αλλά και την προώθηση της συνύπαρξης
και του διαθρησκευτικού διαλόγου.
Κάθε λατρευτικός χώρος σχεδιάζεται με
βάση τις ιδιαίτερες παραμέτρους του
δόγματος που εκπροσωπεί, τον προσανατολισμό
και συγκεκριμένους κατευθυντήριους
άξονες, ώστε να διαμορφώνεται μια σαφής
χωρική αφήγηση που καθοδηγεί τον
επισκέπτη τόσο λειτουργικά όσο και
βιωματικά.
Ο ναός του Ιουδαϊσμού οργανώνεται
σύμφωνα με τον άξονα που υποδεικνύει
την τοποθεσία του Ισραήλ, ενσωματώνοντας
τον χώρο κάθαρσης, το ιερό σημείο του
ραβίνου και την πορεία του πιστού.
Στον
χώρο του Ισλάμ, ο προσανατολισμός προς
τη Μέκκα καθορίζει τη διάταξη του χώρου
προσευχής, ενώ ο χώρος καθαρμού
τοποθετείται κοντά στην είσοδο,
εξασφαλίζοντας ομαλή μετάβαση στη
λατρευτική διαδικασία.
Ο χώρος του Ινδουισμού οργανώνεται με
είσοδο από την Ανατολή, ακολουθώντας
τον προσανατολισμό του κτιρίου και τη
χωρική πορεία που οδηγεί στον ιερό
πύργο, επιτρέποντας τόσο την ατομική
όσο και τη συλλογική λατρεία.
Σε επίπεδο λειτουργικής οργάνωσης, στο
ισόγειο χωροθετούνται οι τρεις κύριοι
λατρευτικοί χώροι, καθώς και τα γραφεία
των θρησκευτικών κοινοτήτων. Παράλληλα,
εντάσσεται βιβλιοθήκη αφιερωμένη στη
μελέτη των ιερών κειμένων, η οποία
αναπτύσσεται και κατακόρυφα στο κτίριο.
Στο υπόγειο συγκεντρώνονται οι υγροί
χώροι, απαραίτητοι για τις τελετουργικές
πρακτικές.
Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό κατέχουν
ο φυσικός φωτισμός και το στοιχείο του
νερού, κοινά και στα τρία δόγματα.
Φεγγίτες και ανοίγματα στην οροφή
επιτρέπουν την είσοδο φυσικού φωτός,
το οποίο αναδεικνύει τους βασικούς
άξονες και καθοδηγεί την κίνηση και το
βλέμμα του επισκέπτη. Το νερό ενσωματώνεται
τόσο στον εσωτερικό όσο και στον εξωτερικό
χώρο, λειτουργώντας ως προϊδεασμός για
τη λατρευτική εμπειρία και ως αναπόσπαστο
στοιχείο της τελετουργίας.
Οι νέες προσθήκες και τα χωρίσματα
εντάσσονται διακριτικά στο υφιστάμενο
βιομηχανικό κέλυφος, δημιουργώντας
χωρικούς «σταθμούς» που ενισχύουν την
αίσθηση της πορείας και της μετάβασης.
Η υλικότητα διατηρεί τον βιομηχανικό
χαρακτήρα του κτιρίου, ενώ οι χώροι
παραμένουν λιτοί και φωτεινοί, ώστε τα
συμβολικά και τελετουργικά στοιχεία
κάθε δόγματος να αποκτούν πρωταγωνιστικό
ρόλο.
Σε αστική κλίμακα, η πρόταση επαναπροσδιορίζει
τη σχέση του οικοπέδου με το περιβάλλον
του, μετατρέποντας υποβαθμισμένες ή
«νεκρές» ζώνες σε ενεργούς και ασφαλείς
χώρους προσέγγισης. Το πρώην εργοστασιακό
τετράγωνο μετασχηματίζεται σε έναν
ανοιχτό πυρήνα συνάθροισης και
πολιτισμικής συνύπαρξης, συμβάλλοντας
ουσιαστικά στην αναζωογόνηση των
Σεπολίων και στη συνολική αστική εμπειρία
της πόλης.













