Φοιτήτρια: Δεληγιάννη Ελεονώρα
Επιβλέποντες: Καρβουντζή
Βαλεντίνη-Κωνσταντίνα, Καραμανέα Παναγιώτα
Σχολή: ΕΜΠ
Η παρούσα διπλωματική έχει ως θέμα τον λόφο του Λυκαβηττού και βασικός
στόχος της μελέτης ήταν η τοπιακή ενεργοποίηση του λόφου και η επανασύνδεσή του
με την πόλη. Οι 4 βασικές σχεδιαστικές αρχές, οι προθέσεις, που όρισαν το
ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο και καθοδήγησαν την ανάλυση και την πρόταση από την
μικρότερη μέχρι την μεγαλύτερη κλίμακα συνοψίζονται στις εξής: Η αποκατάσταση
της φυσικής – χωρικής – και νοηματικής σύνδεσης του λόφου με την πόλη, η
ενοποίηση και η εξασφάλιση της συνοχής του λόφου μέσα από την ολιστική
αντιμετώπιση, η διατήρηση της φυσικότητας του λόφου, του πρασίνου και του
δασικού του χαρακτήρα και τέλος η ενεργοποίηση κρυμμένων τόπων και του
ανενεργού δυναμικού.
Η ιστορία του λόφου μαρτυρά τις προτεραιότητες και τις μεταβάσεις της
αστικής ζωής. Από γυμνό βοσκοτόπι και νταμάρι μέχρι τον λόφο του θεάματος και
του θεάτρου, ο Λυκαβηττός αναζητά σήμερα την θέση του στην πόλη. Η κεντροβαρική
του θέση στην πόλη διακρίνεται ως προς τα τοπογραφικά και πολεοδομικά στοιχεία
από τα οποία ορίζεται. Βουνά, λόφοι, ρέματα, άξονες, πόλοι υπερτοπικής
σημασίας, εμπορικό τρίγωνο τον περιτριγυρίζουν. Στους πρόποδές του αναπτύσσονται
οι γειτονιές του Κολωνακίου, των Εξαρχείων, της Νεάπολης, τα Κουντουριώτικα. Εσωτερικά
του λόφου, η ανάλυση αναδεικνύει
ασυνέχειες και ασυνέπειες αλλά και ένα πλούσιο ανενεργό δυναμικό φυσικού και
τοπογραφικού ενδιαφέροντος, π.χ. φαράγγια, σπηλιές, θεάσεις, στοιχεία νερού,
κλπ.
Σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής, η μελέτη επιχείρησε να επανατοποθετήσει
τον λόφο ως ενεργό στοιχείο της αστικής δομής και όχι ως απομονωμένο φυσικό
υπόβαθρο. Η ανάλυση των ορίων ανέδειξε την ασυνέχεια μεταξύ του αστικού ιστού
και του φυσικού τοπίου, καθώς και τη σημασία των μεταβατικών ζωνών. Στο πλαίσιο
αυτό, η πρόταση οργανώθηκε γύρω από ένα σύστημα εισόδων που λειτουργούν ως
κατώφλια — χωρικά και αντιληπτικά — και ενισχύουν τη διαβαθμισμένη μετάβαση από
την πόλη στο τοπίο. Προκειμένου να ενισχυθεί η κίνηση των πεζών και να
ενθραρρυνθεί η είσοδος στον λόφο, όλες αυτές οι περιοχές ορίζουν γύρω τους μία
ζώνη ήπιας κυκλοφορίας. Σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής, η μελέτη επιχείρησε να επανατοποθετήσει
τον λόφο ως ενεργό στοιχείο της αστικής δομής και όχι ως απομονωμένο φυσικό
υπόβαθρο. Η ανάλυση των ορίων ανέδειξε την ασυνέχεια μεταξύ του αστικού ιστού
και του φυσικού τοπίου, καθώς και τη σημασία των μεταβατικών ζωνών. Στο πλαίσιο
αυτό, η πρόταση οργανώθηκε γύρω από ένα σύστημα εισόδων που λειτουργούν ως
κατώφλια — χωρικά και αντιληπτικά — και ενισχύουν τη διαβαθμισμένη μετάβαση από
την πόλη στο τοπίο. Προκειμένου να ενισχυθεί η κίνηση των πεζών και να
ενθραρρυνθεί η είσοδος στον λόφο, όλες αυτές οι περιοχές ορίζουν γύρω τους μία
ζώνη ήπιας κυκλοφορίας.
Η
δημιουργία ενός νέου ενοποιημένου εσωτερικού δικτύου έχει ως στόχο την αποκατάσταση
της εσωτερικής συνοχής και της συνεκτικότητας του λόφου. Ουσιαστικά, με την
ολιστική ιεράρχηση του υφιστάμενου δυναμικού και των υποδομών, επανερμηνεύεται
το δίκτυο του λόφου και αναδιοργανώνονται οι κινήσεις. Το exploaded διάγραμμα του εσωτερικού masterplan διαχωρίζει τα επιμέρους επίπεδα του. Από
κάτω προς τα πάνω, παρουσιάζεται, σε επίπεδο σύνδεσης με την πόλη, ο τρόπος που
γίνεται η μετάβαση από τις εισόδους στο βασικό δίκτυο του λόφου, έπειτα αποτυπώνεται
το βασικό δίκτυο σε επίπεδο πόλων δραστηριοτήτων και διαδρομών, και τέλος
παρουσιάζεται το δίκτυο του πλατώματος, δηλαδή τα δευτερεύοντα μονοπάτια που
εκκινούν από αυτό, αλλά και ορισμένους δευτερεύοντες τόπους από τους οποίους
διέρχονται.
Από αυτό το νέο δίκτυο επιλέγονται δύο τόποι προς
ανάλυση, το πλάτωμα και το φαράγγι στα βορειοανατολικά του. Και στους δύο
αυτούς τόπους αφετηρία της συνθετικής σκέψης αποτέλεσε η διαχείριση των
κινήσεων σε μικρές και μεγαλύτερες κλίμακες με κοινό λεξιλόγιο. Το στοιχείο που
επαναλαμβάνεται, οι 3 επιμήκεις απολήξεις με την διαπλάτυνση στο κέντρο τους,
αποτελεί σε όλες τις περιπτώσεις ένα φίλτρο διαχείρισης των κινήσεων.
Το μεταλλικό στοιχείο από corten που
επαναλαμβάνεται στην πρόταση του φαραγγιού εξυπηρετεί το πέρασμα και την είσοδο
στο στην μία περίπτωση, στην κατώτερη στάθμη, ενώ στην ανώτερη στάθμη συνδυάζει
το πέρασμα και την στάση. Αποτελούν αμφότερα ένα κοινό τόπο, μια διασταύρωση –
μία συνάντηση, έναν κόμβο κινήσεων που εξυπηρετείται ανάλογα, ενώ από
κατασκευαστική άποψη πρόκειται για δύο καμπύλες εξέδρες.
Στο πλάτωμα, κεντρική ιδέα και πάλι αποτέλεσε η διαχείριση των κινήσεων,
της διαπερατότητας, των μεταβάσεων, των συνδέσεων, της στάσης και των θεάσεων.
Οι μεταβάσεις αυτές και οι κινήσεις, οι δυναμικές καταστάσεις δηλαδή επιλύονται
μέσω των συγκρούσεων των καμπυλών, των στενωμάτων, ενώ τα πλατώματα και οι πιο
στατικές καταστάσεις μεταφράζονται σε πιο πλατιές οντότητες. Οι καμπύλες στην
πρόταση αποτέλεσαν βασικό λεξιλόγιο των χαράξεων οι οποίες σε δεύτερη φάση
απέκτησαν υπόσταση και μεταφράστηκαν σε διαφορετικά στοιχεία. Πρόκληση ήταν η
αποκατάσταση της σχέσης του επισκέπτη με το θέατρο του αρχιτέκτονα Τ. Ζενέτου και
η απόδοση του μεγαλύτερου μέρους του πλατώματος στον δημόσιο χώρο.
Έτσι βασική αρχή αποτέλεσε η διαχείριση μιας νέας απρόσκοπτης δημόσιας
πορείας πίσω από το θέατρο, που ενισχύσει και την οπτική επαφή με αυτό, μέσα
από την διαμόρφωση κερκίδων στο πρώην περιφραγμένο πρανές, εκεί που μέχρι
σήμερα τελειώνει η πορεία του επισκέπτη. Σε αυτό το ανάλογο του θεάτρου, οι
κερκίδες που ακολουθούν τις υφιστάμενες υψομετρικές και αποτελούν φυσική
συνέχεια του βράχου. Ο κόμβος κινήσεων εξυπηρετεί τις 3 βασικές πορείες του
πλατώματος, την σύνδεση της εισόδου με τον κόμβο του Αγ. Γεωργίου, της εισόδου
με την έξοδο και την εκτόνωση του πλατώματος μέσω των κερκίδων, και του κόμβου
του Αγ. Γεωργίου με την έξοδο του πλατώματος. Η διαχείριση των θεάσεων δεν
διαφέρει πολύ από την υφιστάμενη κατάσταση, από την άποψη ότι και στην πρόταση
η ανεμπόδιστη κίνηση στα όρια του πλατώματος και η απρόσκοπτη θέα είναι βασικός
στόχος.
Έτσι, τα περιμετρικά πεζούλια με ορισμένα σημεία παρατήρησης – σαν
εξώστες – σε πιο οριακές καταστάσεις αιώρησης εντείνουν την αίσθηση της θέασης.
Επίσης, ιδιαίτερης σημασίας ήταν η διαχείριση του βασικού κόμβου του πλατώματος
με την πορεία καθόδου από την κορυφή του Αγ. Γεωργίου καθώς αποτελεί μία από
τις βασικότερες ροές στον λόφο. Η διαμόρφωση κερκίδων που ακολουθούν και σε
αυτό το σημείο τις υψομετρικές εξυπηρετεί, πέρα από την νοηματοδότηση του
κόμβου και την νέα προτεινόμενη στάση της λεωφορειακής γραμμής 060 προκειμένου
να εξυπηρετούνται οι επισκέπτες και με προορισμό το πλάτωμα αλλά και την κορυφή
του λόφου.
Στο υπόλοιπο πλάτωμα οι αναβαθμοί που ακολουθούν τις καμπύλες χαράξεις ορίζουν
και διαχειρίζονται τις ανισοσταθμίες και τις μικρές διαφοροποιήσεις στις
κλίσεις. Οι αναβαθμοί αυτοί ορίζουν ροές στο πλάτωμα που μεταφράζονται και σε
στοιχεία πράσινου, αστικού εξοπλισμού, φωτισμού, διαχωριστικών πετασμάτων, κλπ.















