Η διπλωματική εργασία αφορά
την επανάχρηση δύο προσφυγικών πολυκατοικιών στη Νίκαια και τη μετατροπή τους
σε μουσείο προσφυγικής μνήμης, με επίκεντρο το οικοδομικό τετράγωνο 183 και τον
ενδιάμεσο κοινόχρηστο χώρο της αλάνας. Η πρόταση αντιμετωπίζει το μουσείο όχι
ως ένα αυτόνομο εκθεσιακό κέλυφος, αλλά ως ένα ζωντανό σύστημα χώρων, όπου η
αρχιτεκτονική, η μνήμη και η καθημερινότητα της γειτονιάς συνυπάρχουν και
αλληλεπιδρούν.
Κεντρικό στοιχείο του
σχεδιασμού αποτελεί η διατήρηση και ανάδειξη της υφιστάμενης αρχιτεκτονικής των
προσφυγικών κτιρίων, με σεβασμό στα ίχνη κατοίκησης, τις φθορές και τις
προσθήκες του χρόνου. Οι επεμβάσεις είναι επιλεκτικές και στοχευμένες, με στόχο
να ενισχύσουν τη μουσειακή εμπειρία χωρίς να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα των
κτιρίων. Η αλάνα λειτουργεί ως ενδιάμεσος χώρος μνήμης και κοινωνικής ζωής,
συνδέοντας τα δύο κτίρια και εντάσσοντας το μουσείο στον ευρύτερο αστικό και
κοινωνικό ιστό.

















