Φοιτητές: Καπότη Ιωάννα, Προυνιάς
Κωνσταντίνος
Σχολή: ΕΜΠ
Η παρούσα διπλωματική
εργασία αφορά στην ανάδειξη της πλούσιας
μεταλλευτικής ιστορίας της Κύμης, που
βρίσκεται στην κεντρική Εύβοια. Η εξόρυξη
του λιγνίτη υπήρξε κύρια δραστηριότητα
της περιοχής από τα μέσα του 19ου
αιώνα έως τα τέλη του 20ου
αφήνοντας πίσω της ίχνη έως και σήμερα,
όπως εισόδους υπόγειων στοών,
εγκαταλελειμμένα κτίρια υποδομών,
μνήμες σιδηροδρομικής γραμμής και
εναέριων μεταφορών.
Η διπλωματική αυτή
εργασία επιλέγει να αφουγκραστεί τον
τόπο και τους ανθρώπους του, προτείνοντας
μια ήπια επαναενεργοποίηση του τοπίου
μέσα από αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις
που σέβονται το φυσικό και ιστορικό του
υπόβαθρο.
Στόχος είναι η συγκρότηση
ενός συνολικού σχεδίου το οποίο θα
ενοποιεί χωρικά τα διάφορα σημεία
ενδιαφέροντος που έχουν εντοπιστεί,
αναβιώνοντας το ίχνος της σιδηροδρομικής
γραμμής μεταφοράς λιγνίτη προς το
λιμάνι. Δύο διαφορετικές στον χρόνο
σιδηροδρομικές ροές λοιπόν συνδυάζονται
για να συγκροτήσουν μια περιπατητική
εξιστόρηση του εν λόγω αφηγήματος
συλλειτουργώντας ως χώρος άθλησης και
ψυχικής ανάτασης στη φύση.
Πρόκειται κατά το
μεγαλύτερο μέρος της για μια ισόπεδη
διαδρομή περί τα 10 χλμ., που ευνοεί την
πεζοπορική και ποδηλατική διάσχισή της
και προσκαλεί τόσο τον ντόπιο πληθυσμό
όσο και τους επισκέπτες να συνδεθούν
ενεργά με τον τόπο. Οι μεγάλες αποστάσεις
και η πιθανή ανάγκη άμεσης επιστροφής
στο σημείο αφετηρίας του καθενός,
οδήγησαν στην τοποθέτηση κοινοτικού
μέσου μεταφοράς αλλά και σταθμών κοινής
χρήσης ποδηλάτων. Στη διαδρομή προστίθεται
ανά τακτά διαστήματα εξοπλισμός για τη
στάση των περιπατητών.
Το τελευταίο χιλιόμετρο
της πορείας που ανοίγεται προς τη θέα
του Αιγαίου, μπορεί κανείς να το διανύσει
χρησιμοποιώντας το σύστημα μετακίνησης
rail-bike
που θα τοποθετηθεί, ξεκινώντας από την
υπόγεια σήραγγα για να προσεγγίσει το
σιλό αποθήκευσης σε μία εμπειρία με πιο
έντονη την αίσθηση του άλλοτε σιδηροδρόμου.
Κατά μήκος της διαδρομής
επιλέγονται δύο καίρια σημεία που
τοποθετούνται οι κτιριακές παρεμβάσεις
της πρότασης. Στην αφετηρία αυτής, η
ύπαρξη στοάς και το ήδη διαταραγμένο
φυσικό περιβάλλον λειτούργησαν ως
κίνητρο για την δημιουργία μουσείου
λιγνίτη για την Κύμη και ερευνητικής
μονάδας, σχετικά με τη διαχείριση των
εξορυκτικών τόπων τόσο κατά τη διάρκεια
της λειτουργίας τους όσο και μετά το
πέρας αυτής. Το συγκρότημα ολοκληρώνεται
με λοιπές εγκαταστάσεις συγκέντρωσης
πολιτιστικού χαρακτήρα απαντώντας έτσι
συνολικά στην ανάγκη των κατοίκων της
περιοχής.
Η έννοια της στοάς
λειτούργησε ως καταλυτικός άξονας για
τη θεωρητική βάση του κτιριακού συνόλου
και έθεσε τα κεντρικά νοήματα της
γραμμικότητας και της βύθισης που
καθοδήγησαν τη συνθετική διαδικασία.
Η ογκοπλαστική διάταξη λοιπόν υλοποιείται
από μια γραμμική ανάπτυξη των κυρίως
χώρων (μουσείο, εργαστήρια κέντρου
έρευνας, γραφεία, βιβλιοθήκη) σε συνεχώς
υποβαθμιζόμενα επίπεδα κάτω από μια
ενιαία, κεκλιμένη, μεταλλική στέγη. Ο
άξονας αυτός αφορμάται από την είσοδο
της μίας εκ των υπαρχουσών στοών και
εκατέρωθέν του τοποθετούνται οι όγκοι
ενός κλειστού αμφιθεάτρου και ενός
αναψυκτηρίου με διαφορετικές το καθένα
σχέσεις ανάδυσης από το έδαφος.
Ο εξωτερικός χώρος αναδιαμορφώνεται με τις κατάλληλες επιχώσεις από τις εκσκαφές του κτιρίου προς δημιουργία δύο διακριτών επιπέδων που γεφυρώνονται με πρανή και μία κεντρική ράμπα παράλληλα στο κτήριο. Στην προέκταση της ράμπας και πάνω από το παρακείμενο ρέμα κατασκευάζεται γέφυρα εισόδου που εντείνει την αίσθηση της γραμμικότητας. Η σύνθεση ολοκληρώνεται με την προσθήκη δυο πυργοειδών σχηματισμών στην αρχή και στο τέλος για την εξυπηρέτηση των κατακόρυφων κινήσεων, μιας υπαίθριας διάταξης πλατείας-θεάτρου και χώρου στάθμευσης.
Η υλικότητα του οπλισμένου
σκυροδέματος χαρακτηρίζει τη βάση του
κτιρίου ενώ ο δικτυωματικός φορέας της
στέγης και τα φύλλα Corten
της επικάλυψης παραπέμπουν στα
σκουριασμένα πια κατάλοιπα των μεταλλικών
κατασκευών που συνδέονταν με την εξόρυξη
του λιγνίτη.
Λίγο πριν την ολοκλήρωση
της διαδρομής, δίπλα στην υφιστάμενη
σήραγγα του σιδηροδρόμου κατασκευάζεται
μικρό αναψυκτήριο. Η ανοιχτή θέα προς
τη θάλασσα και το λιμάνι της Κύμης με
τη σκάλα φόρτωσης του λιγνίτη στα πλοία
(Ρίχτης), σε συνδυασμό με τη σήραγγα του
σιδηροδρόμου, έγιναν η αιτία για την
επιλογή αυτού του σημείου ως στάση των
περιπατητών.
Η έμπνευση του κτιρίου
καθορίστηκε από την κατασκευή του Ρίχτη
στο λιμάνι και για αυτό το κτίριο
στρέφεται παράλληλα με τον λιμενοβραχίονα.
Η έννοια της αιώρησης, παρούσα στον
Ρίχτη, μεταφέρεται στη νέα δομή μέσω
μια μεταλλικής «μπάρας» με δικτυωματικούς
φορείς η οποία δέχεται τη χρήση του
αναψυκτηρίου και ενός μικρού εκθεσιακού
χώρου, το δώμα της οποίας λειτουργεί ως
προέκταση του μονοπατιού.
Το φαινομενικά αιωρούμενο
πρίσμα διατρυπά τον συμπαγή όγκο ενός
πύργου από οπλισμένο σκυρόδεμα, που
φιλοξενεί τις υποστηρικτικές χρήσεις,
και αγκυρώνεται στο έδαφος με τη βοήθεια
τοιχίων σε παράλληλη και κάθετη διεύθυνση.
Κάθετα προς τον κύριο άξονα της σύνθεσης
τοποθετείται διάδρομος, ο οποίος
συνδέεται με το μονοπάτι,
εξασφαλίζοντας δευτερεύουσα πρόσβαση.
Η εργασία αυτή, συνεπώς,
επιχειρεί να συμβάλει όχι μόνο στην
ανάδειξη ενός υποτιμημένου βιομηχανικού
αποθέματος, αλλά και στον επαναπροσδιορισμό
του τρόπου με τον οποίο η αρχιτεκτονική
μπορεί να συνομιλεί με την τοπική ιστορία
και τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής.














