Η παρούσα διπλωματική εργασία συνιστά προσπάθεια αναγωγής της αρχιτεκτονικής σκέψης σε δυναμικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο μελέτης και διαπραγμάτευσης των πολυεπίπεδων και σύνθετων σχέσεων που συγκροτούνται στον αστικό χώρο. Η Νεκρή Ζώνη της Λευκωσίας, όντας ένας ιδιότυπος χώρος πυκνωτής χωρικών και πολιτισμικών εντάσεων, αποτελεί αντικείμενο και μέσο αυτής της διερεύνησης.
Η χάραξη της Πράσινης Γραμμής, διαπερνά την παλιά πόλη της Λευκωσίας χωρίζοντας την στα δύο, ενώ συμπίπτει ταυτόχρονα με την χάραξη του Πεδιαίου ποταμού, ο οποίος διέσχιζε την πόλη μέχρι τους Μεσαιωνικούς χρόνους. Η αλληλουχία αυτή των ιστορικών διαστρωματώσεων αναδεικνύεται σε βασικό συνθετικό εργαλείο της παρούσας μελέτης.
Πρόθεση δεν αποτελεί η επανεμφάνιση της κοίτης του ποταμού καθαυτής, αλλά η μελέτη και ο επανασχεδιασμός του ενδιάμεσου, άβατου χώρου της Νεκρής Ζώνης της Λευκωσίας με αναφορά στη μνήμη του τόπου. Το νερό λειτουργεί ως μια κατευθείαν αναφορά στο παρελθόν, δημιουργώντας προϋποθέσεις επανασύνδεσης των δύο τμημάτων της πόλης και ταυτόχρονα διαμόρφωσης ενός κοινού ενδιάμεσου χώρου.
Θεωρούμε ότι η απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα του διαχωρισμού που υφίσταται στον κόσμο αυτή τη στιγμή, είναι η σύνθεση και η συνύπαρξη, όχι αποκλειστικά των δύο μερών, αλλά των πάντων.
Η πόλη της Λευκωσίας, βρίσκεται περίπου στο κέντρο της Κύπρου, στην κεντρική πεδιάδα του νησιού και περιτριγυρίζεται από βουνοκορφές. Τα πρώτα κατάλοιπα οικισμού στη Λευκωσία, χρονολογούνται στην Χαλκολιθική εποχή και σχετίζονται με τον Πεδιαίο Ποταμό, ο οποίος φαίνεται να αποτέλεσε πόλο έλξης για τους πρώτους κάτοικους της περιοχής.
H πόλη κατοικήθηκε εκτενώς και έγινε πρωτεύουσα του νησιού, μετά την εμφάνιση των Αράβων στις θάλασσες της Μεσογείου τον 7ο αιώνα μ.Χ. Οι συνεχείς επιδρομές τους, προκάλεσαν μια στροφή στην οικονομία του νησιού προς το εσωτερικό.
Η Λευκωσία, όπως και οι υπόλοιποι οικισμοί της ενδοχώρας, αρχίζουν, τότε, να αποκτούν, σημαντικό ρόλο. Βασικός επομένως συντελεστής εξέλιξης της Λευκωσίας, αποτελούσε ανέκαθεν η ανασφάλεια και η ανάγκη για προστασία.
Η Λευκωσία, είναι η πρωτεύουσα του νησιού μέχρι σήμερα. Ως τέτοια, περιλαμβάνει το καλύτερο δείγμα συγχώνευσης πολιτιστικών και πολιτισμικών στοιχείων των διαφόρων λαών που άφησαν το στίγμα τους στο νησί. Είναι όμως παράλληλα ένας τόπος τραυματισμένος.
Το 1963 μετά τις δικοινοτικές ταραχές μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκπρίων, μια γραμμή χαράχθηκε στο χάρτη με πράσινο χρώμα. Μετά και την Τουρκική εισβολή του 1974, αυτή η “πράσινη” γραμμή μεταγράφεται από τις δύο διαστάσεις του χαρτιού στις τρείς διαστάσεις του φυσικού κόσμου, σκληραίνει, αποκτά σαφές όριο και απαγορεύει. Σήμερα, η Πράσινη γραμμή ή αλλιώς Νεκρή Ζώνη διασχίζει την παλιά πόλη της Λευκωσίας και λειτουργεί απωθητικά, χωρίζοντάς την στα δύο.
"Η ανθρωπότητα δεν έχει αντιληφθεί καθόλου τη σπουδαιότητα του Έρωτος"¹ λέει ο Αριστοφάνης. Για να την αντιληφθεί κανείς, πρέπει να καταλάβει πρωτίστως τη φύση του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη, οι άνθρωποι θα ήταν κάποτε ενωμένοι σε ζεύγη, γνωστά ως "ανδρόγυνα". Ο Δίας φοβούμενος ότι η ενότητα αυτή θα τους χάριζε υπερβολική δύναμη, τους έκοψε στη μέση, δημιουργώντας το θηλυκό και το αρσενικό. Ο Έρωτας, ανάγεται στο έργο του Αριστοφάνη στην θεμελιώδη δύναμη επιθυμίας και αναζήτησης για ολότητα, η οποία οδηγεί στην ολοκλήρωση και την απόλυτη ευτυχία.
Η περιπλάνηση του Πολύφιλου στο Hypnerotomachia Poliphili, αποτελεί επίσης αλληγορία της ίδιας αναζήτησης για ολότητα. Η πορεία του Πολύφιλου, αποτελεί μια υπαρξιακή διερεύνηση στόχος της οποίας είναι η ένωση με την αγαπημένη του Πολία. Η θύμηση της Πόλιας παρασέρνει τον Πολύφιλο σε ένα βαθύ ύπνο, μια πορεία προς το ασυνείδητο, η οποία περιγράφεται ως ένα ταξίδι μέσα σε ερείπια, μνημεία και σύμβολα που τελικά θα τον οδηγήσει στην αγαπημένη του, δηλαδή την ένωση με το άλλο του μισό και την επίτευξη της ολοκλήρωσης.
"Σκεπτόμενος μπροστά στην εικόνα της, βυθίζεται σε ένα βαθύ διαλογισμό, σκοπός του οποίου είναι η ανώτερη γνώση, οι βαθύτερες συλλήψεις, ικανές να απελευθερώσουν τον άνθρωπο από τη σύγκρουση των αντιθέτων".
Το ταξίδι του Πολύφιλου, αντιστιχίζεται με την πορεία μέσα στην Νεκρή Ζώνη. Μια πορεία στη μνήμη του τόπου• ενός τόπου γεμάτου νοήματα και μνημονικά ρήγματα. Εδώ ο έρωτας, ως επιθυμία για ολότητα, μεταμορφώνεται σε πόθο για επανένωση της μοιρασμένης μας πατρίδας. Η διαδρομή στη Νεκρή Ζώνη γίνεται έκφραση της λαχτάρας για ανάiκτηση της ενότητας.
Το ίχνος αναγνωρίζεται ως στοιχείο του παρελθόντος στο παρόν. Κοινωνίες και κοινωνικές ομάδες ορίζουν τοποθεσίες ιδιαίτερης σημασίας για αυτές, στις οποίες, ίχνη του παρελθόντος αποτελούν το υλικό έρεισμα συλλογικών αναμνήσεων. Το ίχνος γεννιέται από την επίδραση των πράξεων του ανθρώπου στο χώρο και περιέχει αναφορές στη συλλογική μνήμη της κοινωνικής ομάδας που το ορίζει.
Εξ’ αρχής αναγνωρίστηκε η σημασία της Νεκρής Ζώνης ως ίχνος που παραμένει στον χώρο και τον χρόνο. Προκειμένου να κατανοήσουμε και να ενεργοποιήσουμε τον πολυσήμαντο αυτό τόπο, απαραίτητη κρίθηκε, η μελέτη της εξέλιξης της σε βάθος χρόνου. Παρακάτω θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε τη σημασία του ορίου αυτού, στην πορεία εξέλιξης της πόλης της Λευκωσίας.
Τα πρώτα κατάλοιπα οικισμού στη Λευκωσία, χρονολογούνται στην Χαλκολιθική εποχή και σχετίζονται με τον Πεδιαίο Ποταμό, ο οποίος φαίνεται να αποτέλεσε πόλο έλξης για τους πρώτους κάτοικους της περιοχής. Ο ποταμός θα ήταν σίγουρα απαραίτητη πηγή για τις δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα στον αρχαίο οικισμό. Μάλιστα φαίνεται ότι η αφθονία της περιοχής σε νερό επέτρεψε στους κατοίκους του οικισμού να ασχοληθούν με την κεραμική.
φραγκοκρατία
Στους μεσαιωνικούς χάρτες, μια γραμμή διαπερνούσε την εντός των τειχών Λευκωσία, μοιράζοντας την πόλη στα δυο. Ο Πεδιαίος ποταμός, εισερχόταν στην πόλη από ένα σημείο κοντά στην πύλη Πάφου, ακολουθούσε διαδρομή ανατολικά, περίπου κατά μήκος της σημερινής οδού Ερμού, και εξερχόταν από ένα σημείο κοντά στην πύλη Αμμοχώστου. Στη βόρεια πλευρά του ποταμού, είχαν χτιστεί ο καθεδρικός ναός της πόλης και τα παλάτια και εκεί κατοικούσε η άρχουσα τάξη. Αντίθετα, στη νότια πλευρά κατοικούσε ο ντόπιος πληθυσμός, οι χριστιανοί, οι δούλοι.
σημείο επαφής
ενετοκρατία
Όταν το νησί πέρασε στους Ενετούς και εν όψει της επερχόμενης οθωμανικής απειλής, αποφασίστηκε η κατασκευή των νέων τειχών της πόλης της Λευκωσίας. Το 1567, οι Ενετοί, άλλαξαν την τοπογραφία της πόλης, μετατοπίζοντας την πορεία του Πεδιαίου Ποταμού, ώστε να γεμίζει την τάφρο γύρω από τα νέα τείχη της πόλης.
οθωμανική αυτοκρατορία
Από τότε και στο εξής, η παλιά κοίτη του ποταμού, μετατράπηκε σταδιακά στον κεντρικό εμπορικό άξονα της Λευκωσίας. Το παζάρι της πόλης, αναπτύσσεται, την Οθωμανική περίοδο, παράλληλα και γύρω από τον άξονα του ποταμού. Παρόλα αυτά ακόμη και τότε, ο διαχωρισμός μεταξύ της άρχουσας τάξης και του ντόπιου πληθυσμού εξακολουθεί να υφίσταται, καθώς το οθωμανικό διοικητικό κέντρο αναπτύσσεται βόρεια της ξερής κοίτης του ποταμού και το ορθόδοξο νότια.
βρετανική αποικιοκρατία
Το 1878 το νησί εκχωρείται στη Βρετανία. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες, σε μια προσπάθεια να βελτιώσουν τις υγειονομικές συνθήκες της πόλης, φροντίζουν να καλύψουν την παλιά κοίτη του ποταμού. Κατά μήκος της χάραξης του ποταμού κατασκευάζεται τότε ένας δρόμος, μια τρόπον τινά γέφυρα, η κύρια εμπορική αρτηρία της πρωτεύουσας. Η ανάπτυξη της οδού Ερμού, ανακλά την αυξανόμενη εμπορική σημασία που αποκτά αυτή την περίοδο η πρωτεύουσα.
Από το 1956 και έπειτα, όταν ξεσπούν οι πρώτες συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, η γενική πολιτική ανασφάλεια γίνεται πλέον αισθητή και στην οδό Ερμού. Μετά από τις διακοινοτικές ταραχές του 1963, ο διοικητής των βρετανικών βάσεων, Πήτερ Γιάνγκ χάραξε με έναν πράσινο μαρκαδόρο στο χάρτη της Λευκωσίας μια γραμμή για να διαχωρίσει τους Ελληνοκύπριους από τους Τουρκοκύπριους.¹² Η χάραξη της "Πράσινης Γραμμής" ταυτίζεται με αυτή της ροής του Πεδιαίου Ποταμού και σηματοδοτεί ουσιαστικά την μετατροπή της Αγοράς της Λευκωσίας από χώρο συνεργασίας σε γραμμή διαχωρισμού.
τουρκική εισβολή
Μετά και την τουρκική εισβολή του 1974, αυτή η "Πράσινη Γραμμή" μεταγράφεται από τις δύο διαστάσεις του χαρτιού στις τρείς διαστάσεις του φυσικού κόσμου, σκληραίνει, αποκτά σαφές όριο και απαγορεύει.
Μέχρι σήμερα, παράλληλα με την παλιά κοίτη του ποταμού, εξακολουθεί να διασχίζει την πόλη, η βασική αρτηρία απορροής ομβρίων της πρωτεύουσας, την οποία διαχειρίζονται και οι δύο πλευρές. Το σύστημα αυτό αποτέλεσε το πιο εύγλωττο παράδειγμα δικοινοτικής συνεργασίας στην Κύπρο μετά την Τουρκική εισβολή. "Το έδαφος ήταν το θέατρο του πολέμου, ενώ το υπέδαφος το θέατρο της συνεργασίας".
Η γραμμή αυτή σε όλες τις μορφές της αποτελούσε και αποτελεί "σημείο επαφής αλλά και διαχωρισμού, ιδού το παράδοξο των ορίων".
Μελετώντας την πολεοδομική και ιστορική εξέλιξη της πόλης της Λευκωσίας εντοπίζουμε εκατέρωθεν της Νεκρής Ζώνης ορισμένα σημεία κεντρικής σημασίας, τα οποία συμπυκνώνουν την ιστορία της. Ο ρόλος των σημείων αυτών, ταυτίζεται με την περιγραφή που δίνει ο Aldo Rossi για τους "αστικούς συντελεστές". Αποτελούν στοιχεία της πόλης τα οποία διατηρούνται στο χρόνο, ως τόποι πυκνωτές συλλογικής μνήμης, αλλά και ως στοιχεία που συμμετέχουν και καθορίζουν τους μετασχηματισμούς της πόλης.
Η αστική δομή της, εντός των τειχών, Λευκωσίας χαρακτηρίζεται από την έντονη παρουσία αυτών των σημείων, τα οποία καθορίζουν και ταυτόχρονα συμμετέχουν στη διαμόρφωση των βασικών ροών της πόλης. Μεταξύ των αστικών συντελεστών, εντοπίζονται συνδέσεις οι οποίες διαδραματίζουν κεντροβαρικό ρόλο στην πολεοδομική συγκρότησή της εντός των τειχών Λευκωσίας.
Ωστόσο, οι άξονες αυτοί διακόπτονται βίαια πάνω σε βαρέλια, συρματοπλέγματα και στρατιωτικά φυλάκια, σιωπηλοί μάρτυρες του βίαιου διαχωρισμού της πρωτεύουσας. Η φυσική συνέχεια του αστικού ιστού διαταράσσεται. Η πολεοδομική αυτή αποδόμηση θα εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την εντός των τειχών Λευκωσία έως ότου οι άξονες αυτοί αποκατασταθούν και επανασυνδεθούν.
Στόχο της παρούσας εργασίας αποτέλεσε εξαρχής η αποκατάσταση της πολεοδομικής συνέχειας της πόλης. Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις θα τοποθετηθούν στρατηγικά εντός της Νεκρής Ζώνης σε σημεία επαφής με σημαντικούς, για την πολεοδομική συνέχεια της πόλης, αστικούς άξονες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν κατά τη μελέτη της πολεοδομικής συγκρότησης της πόλης όπως περιγράφηκε νωρίτερα.
"Πρωτόγνωρο συναίσθημα. Σαν να επισκέπτεσαι κάτι οικείο, κάτι τη συνέχεια του οποίου βιώνεις καθημερινά. Παράλληλα, κάτι τόσο αφημένο στο χρόνο, εγκατειλημμένο. Εκεί όπου έχει σταματήσει ο χρόνος, η φύση βρίσκει χώρο και αναπτύσσεται στη σιωπή. Η φύση ανακτά τη θέση της στην ιστορία, δίνοντας νέα διάσταση στην έκφραση "Πράσινη Γραμμή".
το νερό και το όνειρο
Στο έργο του "Το νερό και το όνειρο" ο Gaston Bachelard, εισάγει την έννοια της "υλικής φαντασίας" και εξηγεί ότι στη ρίζα της φαντασιακής δύναμης κρύβονται "εικόνες της ύλης"¹⁷ που συνδέονται με τα τέσσερα στοιχεία (γη, νερό, αέρας, φωτιά). Ειδικά τα όνειρα, ως ασυνείδητες σκέψεις, βρίσκονται κάτω από την εξάρτηση των τεσσάρων βασικών στοιχείων.¹⁸
"Μόνο ένας εικονοκλάστης φιλόσοφος, μπορεί να αναλάβει το βαρύ αυτό έργο: να αποσπάσει όλες τις προσθήκες της ομορφιάς, να προσπαθήσει να βρει, πίσω από τι παραστάσεις που προβάλλονται, τις εικόνες που κρύβονται, να προχωρήσει στη ρίζα της φαντασιακής δύναμης".
Συγκεκριμένα, ο Bachelard, περιγράφει πως το νερό γίνεται φορέας συμβόλων και εικόνων που αντανακλούν ψυχικές καταστάσεις. Το νερό, τροφοδοτεί την ποιητική φαντασία με ονειρικές εικόνες ρευστότητας, βάθους, κάθαρσης, διάλυσης, αντανάκλασης. Η υλική φαντασία του νερού όμως, είναι ένα ιδιαίτερος τύπος φαντασίωσης, αφού "το νερό είναι, και αυτό, ένας τύπος πεπρωμένου…ένα ουσιαστικό πεπρωμένο που μεταμορφώνει αδιάκοπα την ουσία της ύπαρξης" ²⁰, γιατί ακριβώς το νερό εξακολουθεί να κυλάει ακατάπαυστα.
"Το νερό είναι το αριστοτέχνημα του ρευστού λόγου, του απρόσκοπτου λόγου, του συνεκτικού και συνειρμικού, του λόγου που απαλύνει το ρυθμό, που δίνει ομοιογένεια σε διαφορετικούς ρυθμούς".
Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, εντοπίστηκαν 7 συμβολισμοί που ο ίδιος, ο Bachelard, αποδίδει στο νερό και στις ιδιότητές του. Οι συμβολισμοί αυτοί αντιστοιχήθηκαν με 7 πτυχές της πόλης, σε μια προσπάθεια γεφύρωσης του παρελθόντος και του μέλλοντος της πόλης της Λευκωσίας. Το νερό αποτελεί σε αυτή την περίπτωση ένα μετασχηματιστή, ο οποίος παίρνει μια πραγματικότητα δεσμευμένη χρονικά στο παρόν και αντλώντας από το παρελθόν της, την εκτοξεύσει στο μέλλον. Το νερό αποτελεί τον κορμό του αφηγήματος, πάνω στον οποίο κρέμονται 7 παρεμβάσεις. Δημιουργείται τρόπο τίνα μια οριζόντια πορεία με κάθετες συνδέσεις προς την σύγχρονη πόλη, τις οποίες οι πολίτες καλούνται να ερμηνεύσουν ως επιθυμία συμβίωσης.
Ο σχεδιασμός εντός της Νεκρής Ζώνης λειτουργεί επομένως σε δύο επίπεδα. Το κάτω επίπεδο, το οποίο αφορά το παρελθόν της πόλης, και το οποίο αναπτύσσεται υπόγεια, κοντά στην αρχική στάθμη του Πεδιαίου ποταμού και το επάνω επίπεδο, το οποίο αφορά το παρόν, την Νεκρή Ζώνη και αναπτύσσεται ανάμεσα στα ερείπια.
Η πρώτη στρατηγική αφορά το μεταφυσικό. Βυθιζόμενοι στο υπέδαφος της πόλης εμφανίζουμε στιγμιότυπα του Πεδιαίου ποταμού. Ερχόμαστε καθαυτό τον τρόπο σε επαφή με την μνήμη του τόπου, την οποία επιχειρούμε να ενεργοποιήσουμε. Επιτυγχάνεται έτσι μια κατευθείαν αναφορά στο παρελθόν και την ιστορία της πόλης. Η στρατηγική αυτή αποτελεί ταυτόχρονα μια κραυγαλέα δήλωση “Κύριοι ένθεν και ένθεν, αυτή η πόλη, έχει μια ιστορία η οποία σας ξεπερνά.”
πάνω
Η δεύτερη στρατηγική αφορά το επάνω επίπεδο και τα ερείπια. Δεν αποτελεί πρόθεσή μας να γκρεμίσουμε, να ξεχάσουμε. Θεωρούμε ότι το παρελθόν μπορεί να αποτελέσει αφορμή συνύπαρξης και συλλειτουργίας, για αυτό το λόγο συμπληρώνουμε κελύφη, ώστε να εξυπηρετηθούν ορισμένες λειτουργίες, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η υφιστάμενη κατάσταση. Θεωρούμε ότι το ερείπιο μπορεί να ζωντανέψει ως ερείπιο και να δώσει αφορμές συνειδητής συμβίωσης.
Βασικό στοιχείο της Αγοράς υπήρξε ο κεντρικός υπαίθριος χώρος, γνωστός ως «χορός». Ο όρος αυτός, ο οποίος έχει καταγωγή στο αρχαίο θέατρο, αποκαλύπτει τον ρόλο του υπαίθριου χώρου της αγοράς ως σκηνή συλλογικής, αρμονικής «κίνησης» και ταυτόχρονα ανταλλαγής ιδεών. Καθαυτό τον τρόπο ο υπαίθριος χώρος του συμπλέγματος της Αθηναϊκής Αγοράς, ερμηνεύεται ως ένα επίπεδο χορευτικό δάπεδο, επάνω στο οποίο προβάλλονται η αρμονία και η εγγενής ισότητα της δημοκρατικής πόλης.
Κατ’ αναλογία, στην περίπτωση της Νεκρής Ζώνης, πρωταρχική πρόθεση υπήρξε η διαμόρφωση του ενδιάμεσου υπαίθριου χώρου ως σημείου συνάντησης και συνδιαλλαγής. Το δάπεδο και οι χαράξεις του αποτελούν την αφετηρία του σχεδιασμού· όχι για διακοσμητικούς λόγους, αλλά επειδή συγκροτούν την οργανωτική βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται όλες οι παρεμβάσεις. Το δάπεδο δημιουργεί ρυθμό, δίνει κλίμακα και κυρίως αποκαθιστά την οπτική συνέχεια του χώρου, την οποία η πολύπλοκη γεωμετρία της πόλης δεν επιτρέπει.
Το δάπεδο ελίσσεται ανάμεσα στα ερείπια σαν ποτάμι που ρέει και παρασέρνει σε μια αρμονική κίνηση. Γίνεται καθαυτό τον τρόπο μια συμβολική επιφάνεια, αναφορά στο ποτάμι που προϋπήρχε και που, τρόπον τινά, εξακολουθεί να υπάρχει παγωμένο στον χρόνο. Πάνω σε αυτό τον καμβά, το δάπεδο αναφοράς, το οποίο αναδεικνύει τα γεωμετρικά όρια της Νεκρής Ζώνης αναπτύσσονται οι δύο στρατηγικές παρεμβάσεων όπως αυτές περιεγράφηκαν νωρίτερα.
Συνοψίζοντας, πρόθεση του σχεδιασμού αποτελεί η δημιουργία δυναμικών συνύπαρξης και ταυτόχρονα η λειτουργία ενός κοινού ενδιάμεσου χώρου συνδιαλλαγής. Θεωρούμε ότι η απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα του διαχωρισμού που υφίσταται στον κόσμο αυτή τη στιγμή, είναι η σύνθεση και η αρμονική συνύπαρξη, όχι αποκλειστικά των δύο μερών, αλλά των πάντων.
Ατενίζοντας την ομορφιά του ο Νάρκισσος, συλλογίζεται το μέλλον".
Ήδη από τους Μεσαιωνικούς χρόνους, η λεγόμενη "Απάνω Πύλη" αποτελούσε το σημείο εισόδου του Πεδιαίου ποταμού στην εντός των τειχών πόλη της Λευκωσίας. Ένας πύργος υψώνεται ως μεσολαβητής· καλεί τους κατοίκους, εκατέρωθεν της Νεκρής Ζώνης να κατέβουν, να συναντηθούν και να εισέλθουν μαζί στην πόλη.
Το νερό γεμίζει τα κατάλοιπα του παλιού υδραγωγείου, δίπλα στην Πύλη Πάφου, η οποία επανενεργοποιείται ως μια αναφορά στην μνήμη του τόπου. Το νερό αντανακλά τα τείχη της πόλης, ανακλά και τον ονειροπόλο προσκαλώντας τον σε μια ονειρική εμπειρία συμβίωσης.
"Το νερό με τις ανταύγειες του, αντιγράφει τον κόσμο, αντιγράφει τα αντικείμενα. Αντιγράφει και τον ονειροπόλο όχι μόνο σαν απατηλή εικόνα αλλά για να τον παρασύρει σε μια καινούρια ονειρική εμπειρία". ²
2. αποθετήριο | βάθος
"Θα είχαμε αληθινά τη δυνατότητα να περιγράψουμε ένα παρελθόν χωρίς τις εικόνες του βάθους; Και θα είχαμε ποτέ μια εικόνα του απόλυτου βάθους αν δεν είχαμε ρεμβάσει τις όχθες ενός βαθιού νερού; Το παρελθόν της ψυχής μας είναι ένα απύθμενο νερό". ³
Το νερό ρέει υπόγεια, σιωπηλά κάτω από την επιφάνεια της πόλης. Επανεμφανίζεται ξανά μέσα σε ένα ερείπιο του οποίου το κέλυφος συμπληρώνεται προκειμένου να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα περισυλλογής. Ένα αποθετήριο, ένα μνήμα στα αντικείμενα που βρέθηκαν στη Νεκρή Ζώνη, περιτριγυρισμένα και αντανακλόμενα στο βαθύ νερό.
Εδώ, το νερό, εμπεριέχει το παρελθόν. "Ο άνθρωπος καθρεπτίζεται στο παρελθόν του, κάθε εικόνα είναι για αυτόν μια ανάμνηση"⁴ έτσι όπως σκύβει πάνω στην επιφάνεια του χρόνου που κυλάει.
3. πλατεία | σύγκρουση
Η επόμενη παρέμβαση αποτελεί μια ευθεία αναφορά στην θέληση του παιδιού και την παιδική αφέλεια, η οποία αναζητά να συγκρουστεί με τον κόσμο. Εδώ ερχόμαστε για πρώτη φορά σε άμεση επαφή με το υδάτινο στοιχείο. Συγκρουόμαστε με το νερό σε "…μια προσπάθεια να αποκαταστήσουμε την αλήθεια της ύπαρξής μας, τη δραστικότητα του προσωπικού μας δυναμισμού".⁵
"Δεν γνωρίζουμε τον κόσμο μέσα από μια νωχελική παθητική, ήσυχη γνώση", παρά μόνο μέσα από τη σύγκρουση μας με τα πράγματα. Οι υδάτινοι πίδακες αποτελούν μια ευθεία πρόσκληση αναμέτρησης με το παρελθόν του τόπου. "Το ριζικό της θέλησης της ισχύος είναι, όντως, να ονειρεύεται τη δύναμη πέρα από την πραγματική ισχύ … μέσα στη θέληση της ισχύος υπάρχει πάντοτε μια αφέλεια".
4. λαβύρινθος | ζευγάρωμα
"Αν συνεχίσουμε το ταξίδι πάνω στο ποτάμι, με τους αναρίθμητους μαιάνδρους, φτάνουμε πράγματι σε μια κεντρική λεκάνη, όπου η διττότητα ανταύγειας και πραγματικότητας θα εξισορροπηθεί απόλυτα…Μπορούμε να κοιτάξουμε σύμφωνα με το κέφι μας, τον ακίνητο βυθό ή το ρεύμα, την όχθη ή το άπειρο".⁷
Το δάπεδο και οι χαράξεις του εισχωρούν στο εσωτερικό των ερειπίων, προκαλώντας τον περιπατητή σε ένα λαβύρινθο. Στους κόρφους του λαβυρίνθου, κρήνες ανακλούν την εικόνα τ’ ουρανού. "Το νερό εδώ, ενώνει αλληλοσυγκρουόμενα σύμβολα της γέννησης και του θανάτου. Είναι μια ουσία γεμάτη από αναμνήσεις και από προφητικές ονειροπολήσεις".⁸
Το μέλλον και το παρελθόν συνυπάρχουν στο υδάτινο στοιχείο.
Μέσα σε αυτό το σύμπλεγμα, όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον αλληλοτροφοδοτούνται, μια κοινή βιβλιοθήκη προσφέρει τη δυνατότητα επαναπροσδιορισμού του τρόπου με τον οποίο το παρελθόν βιώνεται και διδάσκεται. Είναι γεγονός ότι η ένταση μεταξύ των δύο κοινοτήτων εντείνεται εξαιτίας της υποκειμενικότητας με την οποία το παρελθόν παρουσιάζεται προκειμένου να εξυπηρετηθούν αντίστοιχα εθνικά αφηγήματα. Μέσα σε αυτό το σύμπλεγμα παρουσιάζεται η δυνατότητα η ιστορία να αποτελέσει κοινό θεμέλιο για το μέλλον της πόλης.
5. αγορά | ροή
"Δροσερό και καθάριο είναι επίσης το τραγούδι του ποταμού. Ο θόρυβος των νερών δέχεται πολύ φυσικά τις προσομοιώσεις της φρεσκάδας και της διαύγειας".⁹
Εδώ η ροή του νερού συνδέεται με την κοινωνική διάσταση της πόλης. Μια αγορά φαγητού, τοποθετείται στο γεωμετρικό κέντρο της πόλης και λειτουργεί συμπληρωματικά στο Δημοτικό Παντοπωλείο, το οποίο μέχρι το 1963, αποτελούσε χώρο κοινωνικοποίησης και συνδιαλλαγής. Οι άξονες των γύρω δρόμων επεκτείνονται, μπλέκονται. Το νερό ρέει ακολουθώντας και ενισχύοντας τους άξονες ροών της πόλης οι οποίοι συμπληρώνονται προκειμένου να αποκατασταθεί η συνέχεια.
"Μέσα στη δροσιά των πυκνών θαμνων, που σείονται ελαφρά, τα νερά γλιστράνε, δεν μουρμουρίζουν, μόλις κυλάνε από όλες τις πλευρές…"
"Ύστερα από μερικά χαρούμενα ρυάκια κοντά στην πηγή, τα ποτάμια πολύ σύντομα βουβαίνονται".¹¹ "Άμα κάτσεις δίπλα στο νερό ακούς τους νεκρούς να ονειρεύονται, είναι σαν να τους εμποδίζεις να κοιμηθούν".¹²
Η σιωπή του νερού είναι μια συλλογική αναστοχαστική σιωπή. Ο περιπατητής αφουγκραζόμενος το βουβό νερό, αναμετράται με το παρελθόν.
"Βυθιζόμαστε μέσα στο νερό για να ξαναγεννηθούμε ανανεωμένοι".¹³
Η βύθιση στο νερό και το έδαφος γίνεται εδώ συλλογική εμπειρία αναγέννησης. Σχεδιάζουμε ένα φόρουμ, ένα υπόσκαφο χώρο συζήτησης για όλη την πόλη προκειμένου βυθιζόμενοι να αναγεννηθούμε ανανεωμένοι.
"Κι όταν ονειρευόμαστε, όταν χανόμαστε πραγματικά μέσα στα όνειρά μας, τότε υποτασσόμαστε στη φυσική και αναγεννησιακή ζωή κάποιου στοιχείου. Τότε μόνο συνειδητοποιούμε τα υπαρξιακά χαρακτηριστικά του Νερού της Νιότης...το νερό που μας κάνει να ζούμε πέρα από το θάνατο, μέσα στο θάνατο...".¹⁴
7. ναός | όνειρο μέσα στο όνειρο
Μια μοναχική πορεία ελίσσεται ανάμεσα στα ερείπια, και τα δέντρα. Η πορεία αυτή αποτελεί επιλογή, την οποία ο περιπατητής θα πάρει προκειμένου να φτάσει βαθύτερα στο ασυνείδητο του, προκειμένου να κατανοήσει τόσο τον εαυτό του, όσο και την πόλη μέσα στην οποίο για τόση ώρα περπατά. Το ταξίδι του τον οδηγεί σε μια λίμνη.
"Αυτό το εσωτερικό νερό, η υπόγεια λίμνη, θα ήταν μια "λεκάνη απόσταξης των μολυσμένων νερών". Με την απλή παρουσία της και μόνο θα καθάριζε την τεράστια πόλη. Θα ήταν ένα είδος υλικού μοναστηριού που θα προσευχόταν αδιάκοπα μέσα στην ιδιαιτερότητα και τη μονοτονία της ουσίας της".¹⁵
Ο ναός του νερού, σχεδιάζεται ακριβώς με αυτή την πρόθεση. Να αποτελέσει ένα είδος χώρου προσευχής για την εξυγίανση της πόλης από τα μολυσμένα νερά. Το νερό οδηγεί, έπειτα, τον ονειροπόλο πίσω από ένα τοίχο από σκυρόδεμα, στο επίπεδο της κρύπτης.
"Προχωρεί πιο βαθιά από όλους τους ονειροπόλους. Τ’ όνειρο του είναι ένα όνειρο μέσα στ’ όνειρο, όχι με την αιθέρια έννοια αλλά με την έννοια του βάθους. Αποκοιμιέται μέσα στον ίδιο του τον ύπνο, βιώνει έναν ύπνο μέσα στον ύπνο. Ποιός δεν λαχτάρησε αν δεν έζησε, τον δεύτερο αυτό ύπνο μέσα σε μια κρύπτη ακόμα πιο κρυφή".¹⁶
Τέλος, η πορεία καταλήγει σε ένα μνημείο, ένα χώρο στάσης. Ένας τοίχος αποκαλύπτει την πόλη σταδιακά, την κρύβει για μια τελευταία φορά. Τώρα, μπορείς να κάτσεις και να ατενίσεις την πόλη από ψηλά. Έχεις όμως εφοδιαστεί με την εμπειρία της διαδρομής, την εμπειρία μιας πόλης που επιζητά την συνύπαρξη.
"Επειδή το νερό διαθέτει μια κρυφή δύναμη μπορεί και εξαγνίζει τον εσωτερικό άνθρωπο, μπορεί και ξαναδίνει στην αμαρτωλή ψυχή, τη λευκότητα του χιονιού. Όποιος ραντίζεται σωματικά έχει εξαγνιστεί ηθικά".
"Εύχομαι κάποια μέρα να ξανακατέβει ο Πεδιαίος ορμητικός, όπως τότε, το 1330, όταν πλημμύρισε και τα νερά του έφτασαν μέχρι την πόρτα του Αγίου Γεωργίου των Ορνίθων. Τότε θα πάρει μαζί του βαρέλια, διαχωριστικές γραμμές, πολυβολεία, σάκους άμμου, θα καθαρίσει τη γη και θα πάρει πίσω το ταμάχι του…Στη μνήμη του ποταμού, και αψηφώντας τη γραμμή, περπατώ εκεί και αναπολώ όλη την πόλη μου."













