Δ019.25 | ΧΩΡΙΚΕΣ ΡΑΦΕΣ ΣΤΟ ΑΚΡΟ  Ι  ΜΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΜΝΗΜΗΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ

Φοιτητές: Κορωναίου Ναταλία, Φωτόπουλος Μάριος, Φωτόπουλος Ξάνθιππος

Επιβλέπων: Τσιράκη Σοφία
Σχολή: ΕΜΠ




Στο άκρο της Καρπάθου με αφετηρία την Αυλώνα και τελικό προορισμό την νήσο Σαρία, εκτείνεται μια διαδρομή ξεχασμένη στο χρόνο. Σπίτια εγκαταλελειμένα, χωριά ερημωμένα , πολιτισμοί χαμένοι· ένας τόπος σιωπής που προσπαθεί να μείνει ζωντανός μέσα στο χώμα, στους άγριους βράχους και στην ανεμοδαρμένη φύση.
Η παρούσα εργασία προτείνει την ανάδειξη και ενεργοποίηση του βόρειου τμήματος της Καρπάθου μέσα από ένα δίκτυο ήδη υπάρχοντων πεζοπορικών-ακτοπλοϊκών διαδρομών, αλλά και τη δημιουργία νέων. Τέσσερις κύριοι σταθμοί, Αυλώνα, ένας αγροτικός οικισμός στα πρόθυρα της εγκατάλειψης, Βρουκούντα ή αλλιώς Νεκρόπολης, ένας αρχαίος ξεχασμένος πολιτισμός, Τρίστομο, ένα φυσικό λιμάνι ζωντανό στο παρελθόν και τέλος Σαρία, ένα έρημο νησί με ιστορία αγέρωχη στο χρόνο, συγκροτούν μια ενιαία χωρική αφήγηση, όπου η πορεία μετατρέπεται σε εμπειρία ανακάλυψης και αναστοχασμού.




Αναπόσπαστο τμήμα της μελέτης, αποτελεί η συστηματική παρατήρηση και ανάλυση του τόπου, η οποία οδηγεί στη δημιουργία ενός «λεξικού του τόπου», που επιτρέπει τη μετατροπή των παρατηρούμενων μορφολογικών χαρακτηριστικών σε συνθετικά εργαλεία. Προσφέρει ακόμα, τη δυνατότητα μιας βαθύτερης ανάγνωσης του τόπου, διευκολύνοντας την ερμηνεία του τοπίου και των δομικών του στοιχείων, και συμβάλλει στην αναγνώριση της ιδιαίτερης ταυτότητας κάθε τμήματος της περιοχής μελέτης. Παράλληλα, το λεξικό μπορεί να αξιοποιηθεί και από τον κάθε επισκέπτη ή μελετητή της περιοχής ως οδηγός κατανόησης.




Στη παρούσα μελέτη, ο τόπος αναλαμβάνει τον ρόλο του αφηγητή, κι εμείς στεκόμαστε ως οι διαμεσολαβητές της σιωπηλής του γλώσσας. Έτσι, οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις προκύπτουν ως «χωρικές ραφές» στο πεδίο μελέτης με έμφαση στη μεταβατικότητα και ροϊκότητα των μονοπατιών, καθώς η εμπειρία του τόπου ανακαλύπτεται περπατώντας. «Χωρικές ραφές» που συνδιαλέγονται με τη φύση και συνδέονται μεταξύ τους, χωρίς να αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της.
Κύριο μέλημα η δημιουργία ενός ταξιδιού μέσα στον χρόνο, όπου ο περιπατητής ανακαλύπτει τα ίχνη του παρελθόντος, αφουγκράζεται τη σιωπή της φύσης και τέλος καταλήγει στο νησί της Σαρίας, στο θαλασσοδαρμένο νησί πάνω στο σταυροδρόμι ανατολής και δύσης, όπου θα αφεθεί στην απόλυτη κυριαρχία της φύσης. Το ταξίδι αυτό διαιρείται σε τέσσερις βασικές στάσεις. Πρώτη στάση ή αλλιώς αφετηρία, είναι η Αυλώνα. Πρόκειται για έναν αγροτικό οικισμό με 200 περίπου αγροικίες με αλώνια -στάβλους- χτισμένες στην ανατολική πλευρά μιας εύφορης κοιλάδας. Βασικό χαρακτηριστικό του οικισμού είναι η αυστηρή γραμμή του δρόμου που χωρίζει τις κατοικίες από το πλήθος των χωραφιών, αλλά και τα πολλαπλά κυκλικά αλώνια που εμφανίζουν οι κατοικίες




Ο δρόμος σαν ένα οργανικό ρέμα φαίνεται να διασχίζει τον οικισμό διαχωρίζοντας το κτιστό και άκτιστο μέτωπο. Το χωριό είναι διαρθρωμένο σε μικρές πετρόκτιστες κατοικίες και πέτρινα αλώνια και στενά μονοπάτια μεταξύ τους, προσδίδοντας στο χωριό μια εικόνα λαβυρίνθου.



Η έλλειψη μιας κεντρικής πλατείας στο χωριό, σε συνδυασμό με την απουσία ενός αρχικού σημείου έναρξης των πεζοπορικών διαδρομών οδηγεί στην δημιουργία της πρώτης συνθετικής πρότασης. Προτείνεται λοιπόν, ένα υπαίθριο κυκλικό αμφιθέατρο, το οποίο δεν γυρνά την πλάτη του στο χωριό, αντίθετα συνομιλεί και συνδιαλέγεται με εκείνο καθορίζοντας το και ως ένα τοπόσημο της περιοχής.
Η συνθετική προσέγγιση ξεκινά από την διάσπαση μιας αρχέτυπης δομής αλωνιού και από την περιστροφή τμημάτων του, έτσι ώστε οι κερκίδες να ανοίγονται προς το χωριό. Η μικρή αλλά σημαντική απόσταση από τις προϋπάρχουσες ξερολιθιές, λειτουργεί ως σημείο γεφύρωσης μεταξύ ιδέας και υφιστάμενης κατάστασης. Το κενό αυτό γεφυρώνεται με μια διάτριτη μεταλλική κατασκευή στο πλάτος του μονοπατιού. Αναπόσπαστο τμήμα της σύνθεσης αποτελεί η σταδιακή ανάδυση των κερκίδων από το έδαφος, με σκοπό να δίνουν την αίσθηση ότι γεννήθηκαν από αυτό. Στο υπέδαφος δημιουργείται δεξαμενή συλλογής όμβριων υδάτων, τα οποία κατευθύνονται στις καλλιέργειες.



Ως βασικό υλικό χρησιμοποιείται το οπλισμένο σκυρόδεμα , το οποίο αναμειγνύεται με χώμα της περιοχής, με αποτέλεσμα η ιδέα να χάνεται στο τοπίο. Για το μεταλλικό γεφυράκι χρησιμοποιείται κορτέν, ενώ οι ξερολιθιές διατηρούνται με τη φυσική τοπική πέτρα.




Μετά την Αυλώνα, επόμενη στάση στη διαδρομή είναι η Βρουκούντα. Αποτελεί μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Καρπάθου με το όνομα Βρουκούντα ή Νεκρόπολις, χτισμένη πάνω σε δεκάδες υπόσκαφους λαξευτούς τάφους. Εντοπίζεται σε μεγάλο ύψος, τμήμα του οχυρωματικού περίβολου ισοδομικής τοιχοποιίας, χρονολογίας 4ου αι. π.X. Από την ίδια την πόλη σήμερα διατηρούνται μόνο χαμηλά πέτρινα απομεινάρια, τα οποία αποκαλύπτουν τα ίχνη της ανθρώπινης ζωής.




Μέσα στο βραχώδες έδαφος εντοπίζονται τάφοι σαν κερύθρες πολλών διαφορετικών τύπων. Τις περισσότερες φορές έχουν έναν αρχικό προθάλαμο σμιλευμένο στο βράχο σε σχήμα τετραγώνου, με το βράχο να μένει ως λίθινος πάγκος, σε συνδυασμό με θαλαμοειδής τάφους κατασκευασμένους δεξιά και αριστερά. Για να εισχωρήσει κανείς στους περισσότερους τάφους πρέπει να ταπεινωθεί.




Κατά την επίσκεψη στην περιοχή, ο απερίγραπτος θησαυρός που αποκαλύφθηκε σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε χώρου ενημέρωσης για την ιστορία της αρχαίας πόλης, ανέδειξε την ανάγκη δημιουργίας ενός σημείου το οποίο θα προσφέρει στον επισκέπτη τη δυνατότητα κατανόησης και σύνδεσης με το παρελθόν. Δημιουργήθηκε έτσι η ιδέα, για ένα πέρασμα μέσα στο οποίο ο επισκέπτης έχει την δυνατότητα ενημέρωσης, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να καθίσει μέσα στο βράχο και να αφουγκραστεί την σιωπή της φύσης. Εντοπίστηκε ένα σημείο όπου προϋπήρχε μια εσοχή, η οποία ενισχύθηκε, σκάβοντας και δημιουργώντας ένα πέρασμα. Η ιδέα βασίστηκε στο κανόνα στρέψης του Καναβού, παίρνοντας ως βάση την τυπολογία ενός τυπικού τάφου της Βρουκούντας, διαιρώντας τον στην μέση με σκοπό να υπάρξει οπτική και συμβολική σύνδεση με την νεκρόπολη. Η διέλευση του φωτός διαδραμάτισε βασικό ρόλο στην σχεδιαστική διαδικασία, αποτελώντας συνθετικό εργαλείο. Κατακόρυφες σχισμές διαρρηγνύουν το έδαφος και επιτρέπουν στο φως να εισχωρήσει, δημιουργώντας ένα παιχνίδι φωτός και σκιάς. Ο χώρος αυτός δεν περιορίζεται στην ενημέρωση, αλλά προσκαλεί τον επισκέπτη να βιώσει μια εμπειρία περισυλλογής και να αναστοχαστεί πάνω στη διαδρομή της ζωής και την έννοια του θανάτου.



Η διαδρομή μέσα στο βράχο αποτελεί μια διαδοχή κινήσεων και σκηνών. Εισερχόμενος ο επισκέπτης μέσα στο βράχο, καλείται να συνηθίσει το ημίφως, το οποίο αρχίζει να τον περιβάλλει. Ο βηματισμός του παίρνει ρυθμό, μέσω των σχισμών φωτός που υπάρχουν στο βράχο. Στη συνέχεια, οι σχισμές καθορίζουν την ύπαρξη εσοχών για ενημέρωση, που λούζονται από κατακόρυφο άμεσο φως. Πριν την έξοδο υπάρχει χώρος, στον οποίο ο επισκέπτης μπορεί να καθίσει και να αφουγκραστεί την ύπαρξη του μέσα στο βράχο, έχοντας από πάνω του κεντρικό φως. Τέλος, πριν την έξοδο, μπροστά του υπάρχει μόνο το κάδρο της θάλασσας, των τάφων και του ουρανού.




Ακολουθώντας το μονοπάτι προς την Σαρία και αφού ο περιπατητής περάσει το φυσικό λιμάνι του Τριστόμου, μπροστά του εμφανίζεται ο δίαυλος. Ένα στενό 100 περίπου μέτρων που χωρίζει την Κάρπαθο από την Σαρία. Μια από τις αρχαιότερες πόλης της Καρπάθου εντοπίζεται στην νήσο Σαρία. Πρόκειται για την πόλη Νίσυρος, η οποία σήμερα ονομάζεται Παλάτια. Στη Σαρία υπάρχουν ίχνη από την παρουσία του ανθρώπου της νεολιθικής εποχής και της πρώιμης εποχής του χαλκού. Επιπρόσθετα, εντοπίζονται πανύψηλοι βράχοι οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν αργότερα από Σαρακηνούς πειρατές ως ορμητήρια. Βασικό σημείο εστίασης στο νησί της Σαρίας, αποτελεί το φαράγγι του Έντι. Πρόκειται για να ένα απότομο φαράγγι, το οποίο εντοπίζεται μετά τον οικισμό Παλάτια. Μάλλον δημιουργήθηκε μετά από έντονο σεισμό στο νησί. Χαρακτηρίζεται από έντονη κλίση, πολυάριθμες σπηλιές και αιχμηρούς βραχώδεις σχηματισμούς. Η αίσθηση που έχει κάνεις διαπερνώντας το, είναι δέος λόγω των μεγαλόπρεπων βράχων που τον περιβάλλουν. Η απομόνωση από κάθε είδους σύγχρονη ζωή εντείνει την σύνδεση με τη φύση και καθιστά τον επισκέπτη μέρος αυτής.




Τρίτη και τελευταία πρόταση είναι η «Ρωγμή» στην περιοχή του Δίαυλου: Ένας χώρος ενημέρωσης για τη Σαρία, τη χλωρίδα, την πανίδα και τον πολιτισμό της. Τοποθετείται απέναντι από το νησί, λίγο πριν την προβλήτα, ενισχύοντας τον χαρακτήρα της μετάβασης χωρίς να παρεμβαίνει στο ίδιο το νησί, αφήνοντας το τελείως ανέγγιχτο. Το ήδη υπάρχον μονοπάτι υποβαθμίζεται σταδιακά, δημιουργώντας έναν χώρο προστατευμένο από τον δυνατό άνεμο αλλά και τον απότομο γκρεμό, με τοιχεία που διαμορφώνουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα φωτός και σκιάς, διευκολύνοντας τον ενημερωτικό χαρακτήρα της διαδρομής. Το μονοπάτι ατόφιο και χωμάτινο, διαρρηγνύει το έδαφος και συνεχίζει να υπάρχει ανάμεσα στα τοιχεία, εμφανίζοντας μεταβαλλόμενη κλίση. Ο χώρος αυτός δίνει την αίσθηση σαν να είναι μια ρωγμή στο έδαφος. Το φως εισχωρεί σταδιακά και φωτίζει τον χώρο τόσο ώστε να μπορεί κάποιος να διαβάσει τις πινακίδες σχετικά με την Σαρία, ενώ η ενημέρωση χωρίζεται σε τρία βασικά σκέλη. 



Η ιδέα πηγάζει έμπνευση από το μεγαλοπρεπές φαράγγι του Έντι, το οποίο εντοπίζεται στην Σαρία. Οι εναλλαγές φωτός και σκιάς καθόλη την διαδρομή δημιουργούν έναν πολυαισθητηριακό χώρο. Φτάνοντας κανείς στο τέλος της έκθεσης το βλέμμα του εθελούσια και ακούσια εστιάζει σε ένα νησί, την Σαρία, για το οποίο πλέον όμως γνωρίζει τι θα συναντήσει και το μόνο που λείπει είναι να το ανακαλύψει .


Στόχος όλων των προτάσεων είναι η οργανική ένταξη τους στο τοπίο της βόρειας Καρπάθου, ενισχύοντας την εμπειρία του περιπατητή και αναδεικνύοντας το πολιτισμικό απόθεμα της περιοχής. Οι παρεμβάσεις λειτουργούν ως χωρικές ραφές, που ακολουθούν τη μεταβατικότητα και τη ροϊκότητα των μονοπατιών, αποκαλύπτοντας τον τόπο μέσα από την κίνηση και το περπάτημα. Παρότι κάθε πρόταση μπορεί να βιωθεί αυτόνομα, όλες συνδέονται σε μια ενιαία αλληλουχία εμπειριών, συγκροτώντας ένα συνεκτικό σύνολο που διέπεται από τέσσερις κοινές αρχές:

1. Όλες εντάσσονται μέσα στο έδαφος, χωρίς να διαταράσσουν την φυσική του ισορροπία, γίνονται προεκτάσεις αυτού.

2. Όλες διαθέτουν το στοιχείο της μεταβατικότητας, αποτελούν ένα είδος «πέρασμα», όπου ο επισκέπτης έχει την δυνατότητα να σταθεί, ενώ ταυτόχρονα τον προετοιμάζουν για αυτό που στη συνέχεια τον περιμένει.

3. Όλες τοποθετούνται αντιδιαμετρικά από την περιοχή ενδιαφέροντος, δημιουργώντας μια σχέση θεάματος και θεατή με το τοπίο.

4. Όλες λειτουργούν ανεξαρτήτως ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς οι παρεμβάσεις δεν αποτελούν κτίρια αλλά χωρικά θραύσματα που έχουν γεννηθεί από την ίδια την ανάλυση του τόπου και λειτουργούν με αυτονομία.



Δημιουργήθηκε τέλος, ένας χάρτης τσέπης (pocket map) για την υποστήριξη και τον εμπλουτισμό της εμπειρίας της πεζοπορίας. Η μία πλευρά παρουσιάζει τη διαδρομή, τις κύριες στάσεις της, καθώς και τα βασικά τοπογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής. Η πίσω πλευρά παρέχει μια λεπτομερή απεικόνιση του βόρειου τμήματος, περιλαμβάνοντας ορόσημα, γεωμορφολογικούς σχηματισμούς και ιστορικά σημεία ενδιαφέροντος. Ο χάρτης μπορεί να διατίθεται στους επισκέπτες πριν από την πεζοπορία, τόσο για τη διευκόλυνση της πλοήγησης όσο και για την παροχή πληροφοριών σχετικά με όσα θα συναντήσουν. Ο χάρτης είναι τυπωμένος σε βιοδιασπώμενο χαρτί, αντανακλώντας τη δέσμευση για περιβαλλοντική βιωσιμότητα.




Εν κατακλείδι, ενώ ο αρχικός γενικός σκοπός της εργασίας αποτέλεσε η ενεργοποίηση του βόρειου τμήματος της Καρπάθου και η ανάδειξη του σε ανθρώπους που τον σέβονται και ταυτόχρονα θέλουν να τον ανακαλύψουν, ο τελικός σκοπός αναδιαμορφώθηκε ως η δημιουργία ενός ταξιδιού εμπειρίας. Μια διαδρομή μέσα από θραύσματα μνήμης, όπου ο άνθρωπος μπορεί να αφουγκραστεί, να ενημερωθεί και πάνω από όλα να βιώσει τον ζωντανό τόπο, καταλήγοντας σε ένα άγριο νησί όπoυ θα αφεθεί στην απόλυτη κυριαρχία της φύσης. H σύνθεση μας διαμορφώθηκε συγκρατημένα, ταπεινά, με λακωνική έκφραση και αρχέγονες χωρικές μορφές που αντλούν δύναμη από τη γη και τη σιωπή. Ο τόπος έγινε ο πραγματικός δάσκαλος, και εμείς απλώς οι μεταφραστές του. Σε αυτή τη διαδικασία, δεν αναζητήσαμε την αρχιτεκτονική ως επίδειξη, αλλά ως πράξη σεβασμού. Κι αν κάτι τελικά κερδίσαμε, είναι η επίγνωση ότι η αληθινή αρχιτεκτονική γεννιέται εκεί όπου ο άνθρωπος σιωπά, και ο τόπος αρχίζει να μιλά.