Φοιτήτρια: Μιχαλιού Αμαλία
Επιβλέπον: Μπούρας ΚωνσταντίνοςΣχολή: ΠαΔΑ
Η παρούσα διπλωματική
εργασία διερευνά τον σιδηρόδρομο ως
σύνθετο πεδίο τοπικότητας, χρονικότητας
και χωρικής αφήγησης, εξετάζοντας
παράλληλα τη λειτουργία του ως μεταβατικού
και οριακού χώρου. Προβάλλεται η
ταυτόχρονη λειτουργία του σιδηροδρόμου
τόσο ως συνδετικό μέσο μεταξύ προορισμών
όσο και ως αυτόνομη χωρική εμπειρία.
Η
θεωρητική προσέγγιση ενισχύεται από
τις θεωρίες των μη-τόπων του Marc Augé,
σύμφωνα με τις οποίες ο σιδηρόδρομος
συνιστά χώρο ανωνυμίας και μετάβασης,
με απουσία συλλογικής μνήμης, ταυτότητας
και ιστορικότητας. Η εμπειρία του
υποκειμένου καθορίζεται από την κίνηση,
την αναμονή και την απρόσωπη συνύπαρξη.
Το
ερευνητικό και σχεδιαστικό μέρος της
εργασίας αφορά τον σχεδιασμό ενός
επιβατικού σιδηροδρομικού οχήματος,
βασισμένου στις αρχές του ελάχιστου
χώρου, καθώς και την αναδιαμόρφωση
επιμέρους τμημάτων του σταθμού με έμφαση
στην λειτουργικότητα και τη μεταβλητότητα.
Αμφισβητώντας τις έννοιες του αμετάβλητου
και στατικού χώρου, τα κεντρικά στοιχεία
του σχεδιασμού εστιάζουν στην ευελιξία
και την προσαρμοστικότητα.
Η
παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά
τον τρόπο με τον οποίο ο σιδηρόδρομος
παραμένει ένα ισχυρό αφηγηματικό
εργαλείο, διαμορφώνοντας τη σχέση μεταξύ
κίνησης, ταυτότητας και αφήγησης,
αμφισβητώντας τις έννοιες των σταθερών
χωρικών ορισμών.
Ο σιδηρόδρομος αναδύεται
ως τόπος μετέωρος, ενδιάμεσος, εκεί όπου
η παύση και η κίνηση συνυπάρχουν, ένα
πεδίο όπου το βλέμμα περιπλανάται, ο
χρόνος διαστέλλεται και ο χώρος
μετασχηματίζεται σε αφήγηση.
Η
αρχιτεκτονική, απαλλαγμένη από τη
στατικότητα του μόνιμου, λειτουργεί ως
σκηνικό σε διαρκή μετάβαση, αποτυπώνοντας
την εμπειρία του ταξιδιού σε στιγμιότυπα.

Ο χρόνος και ο χώρος
δεν είναι πάντοτε γραμμικά δεδομένα,
υφαίνονται και ανασυντίθενται μέσα
στην εμπειρία ως ρευστά πεδία που
αλλάζουν μορφή ανάλογα με την κίνηση
και την παρατήρηση. Η
χρονικότητα του χώρου δεν ταυτίζεται
με τη φυσική διάρκεια, κάθε στιγμή, κάθε
στάση, κάθε βήμα μεταμορφώνει τον τόπο,
αποκαλύπτοντας το απροσδόκητο. Ο
χώρος γίνεται αφηγηματικός, ο χρόνος
βιωμένος, και η εμπειρία της μετάβασης
αναδεικνύει ότι αυτά τα μεγέθη είναι
υποκειμενικά και συλλογικά.
Η κεντρική συνθετική
ιδέα της παρούσας εργασίας εστιάζει
στη χωροποίηση των εννοιών του χρόνου,
του βλέμματος, της κίνησης και του
περάσματος, μέσω της μετατροπής του
σιδηροδρόμου σε αφηγηματικό πεδίο. Με
εργαλείο τις κινηματογραφικές τεχνικές,
ο σταθμός προσεγγίζεται ως ενδιάμεσος,
μεταβατικός και οριακός χώρος, ‘‘μη-τόπος’’
κατά τον Marc Augé, όπου η εμπειρία συγκροτείται
από την εναλλαγή κίνησης και στάσης. Ο
σχεδιασμός επιδιώκει τη σύνθεση των
χωρικών εμπειριών, κατευθύνοντας
βλέμματα και κινήσεις ώστε ο χώρος να
λειτουργεί ως μετασχηματιζόμενο σκηνικό
διαδρομών και χωρικών αφηγήσεων.

Η σχεδιαστική πρόταση
αρθρώνεται ως υλική αποτύπωση της
κεντρικής συνθετικής ιδέας, επιχειρώντας
τη χωρική μετάφραση των εννοιών της
χρονικότητας, της κίνησης και του
περάσματος. Ο κάνναβος των υφιστάμενων
υποστηλωμάτων λειτουργεί ως πρωτεύον
συνθετικό εργαλείο για την οργάνωση
των λειτουργικών ενοτήτων και την
ιεράρχηση των ροών, ενώ η διαβάθμιση
των χωρικών ζωνών (στάσης–κίνησης,
κενού–πλήρους, δημόσιου–ημιδημόσιου)
διαμορφώνει ένα δυναμικό πεδίο συνεχών
μεταβάσεων. Η εφαρμογή κινηματογραφικών
τεχνικών στον χωρικό σχεδιασμό καθοδηγεί
το βλέμμα και την πορεία του χρήστη,
μετατρέποντας τον σταθμό και το όχημα
σε αφηγηματικούς μη-τόπους.

Η επιλογή της ενδιάμεσης
αποβάθρας ως πεδίο του σχεδιασμού,
προκύπτει από τον διττό ρόλο της ως
κατεξοχήν μεταβατικού και οριακού
χώρου. Αποτελεί σημείο σύγκλισης ροής
και βλέμματος, όπου συμπυκνώνεται η
εμπειρία του περάσματος από τη στατικότητα
του σταθμού στη δυναμική και την κίνηση
του ταξιδιού. Αναδεικνύεται ως πεδίο
αφήγησης, όπου ο σχεδιασμός μπορεί να
διερευνήσει την εναλλαγή στάσης |
κίνησης, χρόνου | χώρου, ιδιωτικού |
δημόσιου, καθιστώντας την κεντρικό
κόμβο της χωρικής εμπειρίας. Το συνολικό
μήκος της αποβάθρας είναι 145 μέτρα με
πλάτος 9 μέτρα. Η
χρήση του κάδρου μεταφράζεται σε
ελεγχόμενα ανοίγματα και διατρήσεις,
τα οποία οριοθετούν τις οπτικές φυγές
και παράγουν κατευθυνόμενες σκηνοθετημένες
εικόνες του περιβάλλοντος χώρου. Η
όψη προσεγγίζεται ως αφηγηματικό
εργαλείο , το οποίο ακολουθώντας τη
λογική της κινηματογραφικής ακολουθίας,
μετασχηματίζει την κίνηση του χρήστη
στον χώρο ως εμπειρία διαδοχικών καρέ.

Οι κοινόχρηστοι χώροι
του σιδηροδρομικού οχήματος περιλαμβάνουν
βαγόνι παρατήρησης και ανάγνωσης, βαγόνι
εστιατορίου, βαγόνι ανάπαυσης και
δευτερεύουσων χρήσεων, καθώς και βαγόνι
σερβιρίσματος ποτών (μπαρ). Οι χώροι
αυτοί συμβάλλουν στη βελτίωση της
εμπειρίας του επιβάτη, με έμφαση στην
κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ επιβατών
μέσω ευέλικτων και λειτουργικών
προσεγγίσεων.
Στην παρούσα εργασία
αναπτύχτηκαν δέκα+1 διαφορετικές
τυπολογίες δωματίων ειδικά διαμορφωμένες
για τις ανάγκες των χρηστών-επιβατών.
Στόχος αποτέλεσε η διερεύνηση της
ευελιξίας, της λειτουργικότητας και
της προσαρμοστικότητας. Επιχειρείται,
επιπλέον η δημιουργία ποιοτικών συνθηκών
φιλοξενίας, που συνδυάζουν την άνεση
με την εργονομία και την αποδοτική
αξιοποίηση του -ελάχιστου- διαθέσιμου
χώρου.