Φοιτήτρια: Ιόλη
Στέκερ
Επιβλέπων: Άλκηστις
Ρόδη
Σχολή: Πανεπιστήμιο Πατρών
Η
παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά
τον τρόπο με τον οποίο η αρχιτεκτονική
μπορεί να ερμηνεύσει και να αναδείξει
τη συλλογική μνήμη ενός τόπου ιστορικού
τραύματος. Αντικείμενο της έρευνας
αποτελεί η Μακρόνησος, ένας τόπος άρρηκτα
συνδεδεμένος με την πολιτική εξορία
και τους μηχανισμούς ιδεολογικής
αναμόρφωσης κατά τη μεταπολεμική
περίοδο.
Η
επιλογή της τοποθεσίας αυτής έγινε
κατόπιν έρευνας για τόπους με “ίχνη
ιστορίας”. Χώρων των οποίων η ιστορία
έχει μείνει χαραγμένη στο έδαφος, και
ακλόνητη στο χώρο.
Βασικός
στόχος της εργασίας
είναι η διαμόρφωση μιας αρχιτεκτονικής
πρότασης που μεταφράζει τις έννοιες
της εξορίας, της απομόνωσης, της
επιτήρησης, της βίας και της ελπίδας σε
χωρικές και μορφολογικές εμπειρίες.
Επιδιώκεται η ανάδειξη των ιστορικών
καταλοίπων της Μακρονήσου μέσα από μια
διαδρομή μνήμης, η οποία συνδέει τα
υφιστάμενα ίχνη με νέες μνημειακές
παρεμβάσεις, χωρίς να αλλοιώνει τον
χαρακτήρα του τοπίου. Παράλληλος στόχος
είναι η διερεύνηση του μνημείου όχι ως
ενός μεμονωμένου αντικειμένου
αναπαράστασης του παρελθόντος, αλλά ως
ενός μέσου που ενεργοποιεί τη μνήμη,
προκαλεί συναισθήματα και επιτρέπει
στον επισκέπτη να διαμορφώσει τη δική
του ερμηνεία.
Η
μεθοδολογία αναπτύσσεται σε διαδοχικά
στάδια. Αρχικά, πραγματοποιείται ιστορική
και βιβλιογραφική έρευνα
σχετικά με την πολιτική εξορία στην
Ελλάδα, την ιστορία της Μακρονήσου, τη
λειτουργία των στρατοπέδων και τις
συνθήκες διαβίωσης των εξορίστων. Η
έρευνα αυτή συμπληρώνεται από τη
θεωρητική προσέγγιση των εννοιών της
συλλογικής μνήμης, του ιστορικού
τραύματος και της αρχιτεκτονικής του
μνημείου, ώστε να διαμορφωθεί το
εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο
αναπτύσσεται η σχεδιαστική πρόταση.
Η
αρχιτεκτονική σύνθεση αναπτύσσεται
διαδοχικά στα τρία Ειδικά Τάγματα
Οπλιτών, τα οποία αποτελούν βασικούς
σταθμούς της περιήγησης. Η διαδρομή
ξεκινά από το Α΄ Τάγμα, όπου οργανώνεται
το σημείο άφιξης των επισκεπτών και
προβλέπεται στεγασμένος χώρος δανεισμού
ατομικών μέσων μετακίνησης, όπως ποδήλατα
και πατίνια. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει
την εξερεύνηση του εκτεταμένου νησιού,
διατηρώντας παράλληλα την εμπειρία της
κίνησης ως βασικό στοιχείο της αφήγησης.
Στο
Α΄ Τάγμα, ιδιαίτερη θέση κατέχει η
μνημειακή αναφορά στη σφαγή της 1ης
Μαρτίου 1948, καθώς και η αξιοποίηση του
υφιστάμενου θεάτρου ως υπαίθριου χώρου
εκδηλώσεων. Παράλληλα, προτείνεται η
δημιουργία αρχείου και μουσείου της
Μακρονήσου, σε σχέση με το σωζόμενο
κτήριο των αρτοκλιβάνων. Η ενότητα
ολοκληρώνεται με δύο γλυπτικές παρεμβάσεις
που αναφέρονται στις χαράδρες και στην
επιτήρηση των στρατοπέδων από τις
πέτρινες σκοπιές σε υψόμετρα. Η πρώτη
ανακαλεί το ανάγλυφο ως τόπο βίας και
μαρτυρίου, ενώ η δεύτερη συνδέεται με
τη λογική του panopticon
του
Jeremy Bentham
και την αίσθηση της διαρκούς παρακολούθησης,
αποδίδοντας χωρικά τον έλεγχο και τον
περιορισμό.
Οι
επιμέρους παρεμβάσεις οργανώνονται σε
μια ενιαία πορεία
αφήγησης,
η οποία συνδέει τα τρία ιστορικά
στρατόπεδα και διαμορφώνει μια σταδιακή
εμπειρία προσέγγισης της μνήμης. Η
διαδρομή δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο
μετακίνησης, αλλά ως βασικός συνθετικός
μηχανισμός που συνδέει τον επισκέπτη
με τον τόπο, τα ιστορικά ίχνη και τις
νέες μνημειακές κατασκευές. Με αυτόν
τον τρόπο, η αρχιτεκτονική πρόταση
επιχειρεί να διατηρήσει ενεργή τη μνήμη
της Μακρονήσου και να αναδείξει τη
δυνατότητα του χώρου να μεταφέρει
ιστορικά και κοινωνικά νοήματα στο
παρόν.
Στο
Γ΄ Τάγμα, η πρόταση ολοκληρώνεται με
μια πλατφόρμα κυκλικής πορείας πάνω
από τον μνημειακό χώρο και με ένα σημείο
θέασης προς το Λαύριο. Η ανύψωση της
πορείας επιτρέπει την εποπτική ανάγνωση
του τόπου και τη σύνδεση των διάσπαρτων
ιστορικών ιχνών σε μια συνολική εικόνα.
Ταυτόχρονα, η θέα προς την απέναντι
στεριά επαναφέρει τη σχέση ανάμεσα στην
απομόνωση και την εγγύτητα, ανάμεσα
στον αποκλεισμό και στον κόσμο από τον
οποίο οι εξόριστοι είχαν αποκοπεί.
Συνολικά,
το «ΑΒΑΤΟ» προτείνει έναν τρόπο
επαναπροσέγγισης της Μακρονήσου μέσα
από την αρχιτεκτονική τοπίου, τη μνημειακή
σύνθεση και τη χωρική αφήγηση. Η διαδρομή
και οι επιμέρους παρεμβάσεις δεν
επιδιώκουν να αναπαραστήσουν κυριολεκτικά
το παρελθόν, αλλά να δημιουργήσουν τις
συνθήκες για την ανάγνωσή του. Μέσα από
τη διατήρηση των υφιστάμενων καταλοίπων
και τη μορφοποίηση εννοιών που σημάδεψαν
την εξορία, η Μακρόνησος προσεγγίζεται
ως ένας ζωντανός τόπος συλλογικής
μνήμης, όπου το τοπίο, η ιστορία και η
αρχιτεκτονική συνυπάρχουν, διατηρώντας
ανοιχτό τον διάλογο ανάμεσα στο παρελθόν
και το παρόν.
















