Δ022.25 | το νήμα της ακτογραμμής της Αρτέμιδας: σχεδιάζοντας μεταξύ πόλης και μεταβαλλόμενων φυσικών στοιχείων

Φοιτητές: Άγγελος Διακάρης, Άννα Καλή Χρυσανθοπούλου, Στέφανος Σκορδάς
Επιβλέπων: Βαλεντίνη-Κωνσταντίνα Καρβουντζή, Δήμητρα Νικολάου
Σύμβουλος: Παναγιώτης Βασιλάτος 
Σχολή: ΕΜΠ




Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη σχέση μεταξύ αστικού τοπίου και δυναμικών μεταβαλλόμενων φυσικών στοιχείων, όπως αυτή εκδηλώνεται στην παράκτια ζώνη της Αρτέμιδας. Η ακτογραμμή προσεγγίζεται ως ένα συνεχές νήμα θραυσμάτων, όπου τεχνητό και φυσικό συνυπάρχουν, συγκρούονται και αλληλοδιεισδύουν, με τον αποσπασματικό της χαρακτήρα να εντείνεται από την άναρχη αστική εξάπλωση, την ιδιωτικοποίηση του παράλιου μετώπου, και την υποβάθμιση του δημόσιου χώρου. Εντοπίζονται τρία κομβικά σημεία ενδιαφέροντος - ο υδροβιότοπος της Βραυρώνας, το κέντρο -λιμάνι της Αρτέμιδας που συνορεύει με την αμμοθινική παραλία και η Αλυκή.






Πρόκειται για τόπους, όπου η ανθρώπινή παρουσία παρεμβαίνει έντονα στο ιδιαίτερα ευαίσθητο φυσικό τοπίο διαμορφώνοντας συγκρουσιακές σχέσεις. Αναγνωρίζοντας αυτό το δίπολο (άστυ & φύση) ως βασικό χαρακτηριστικό της ακτογραμμής προβληματιζόμαστε για την καταλληλότερη διαχείριση αυτής της διττής συνθήκης. Μας απασχόλησαν έτσι ερωτήματα όπως: Πώς επιτυγχάνεται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ αστικού και φυσικού τοπίου; Πώς αποκτά συνοχή ένας τόσο θραυσματικός τόπος; Πώς προσεγγίζεται ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο και πλούσιο οικοσύστημα;




Η παρούσα μελέτη μέσω της επιστημονικής έρευνας, της επί τόπου καταγραφής και του προσωπικού βιώματος επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε αυτά τα καίρια ζητήματα, τα οποία απασχολούν ουσιαστικά τον σύγχρονο αστικό σχεδιασμό. Η πρόταση οργανώνεται ως μια ενιαία διαδρομή πεζών και ποδηλάτων, ένα συνθετικό νήμα που συρράπτει τις επιμέρους ενότητες του παράκτιου μετώπου. Οι παρεμβάσεις διατηρούν ήπιο και βιώσιμο χαρακτήρα με διαβαθμίσεις που αντιστοιχούν στο εκάστοτε σημείο, με απώτερο σκοπό την προστασία και την ενίσχυση των δυναμικών φυσικών περιβαλλόντων. Άλλωστε το φαινόμενο της διάχυσης της φύσης στο αστικό τοπίο αποτελεί για εμάς πηγή έμπνευσης και συνθετικό εργαλείο. 




Όπως προμηνύει ο τίτλος της, η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην περιοχή της Αρτέμιδας και συγκεκριμένα στην ακτογραμμή της, η οποία μας αποκαλύφθηκε σαν νήμα που ξετυλίγεται, σαν μονοκονδυλιά που αφηγείται τη μορφή της. Το περπάτημα από την αρχή του «νήματος» ως το τέλος του και αντίστροφα, υπήρξε η αφορμή της εργασίας. Μας αποκάλυψε τα πλεονεκτήματα και τις αμηχανίες του παράκτιου μετώπου, την συνεκτικότητα αλλά και τις ασυνέχειες του. Στους πρώτους μας περιπάτους διαπιστώσαμε, πως η ακτογραμμή της Αρτέμιδας είναι ένα σύνολο θραυσμάτων και αποσπασμάτων που εναλλάσσονται μεταξύ τους συγκροτώντας εν τέλει ένα όλον γεμάτο αντιφάσεις και ιδιαιτερότητες.



Ο άναρχα δομημένος αστικός χώρος προσπαθεί να επιβληθεί στο διαρκώς μεταβαλλόμενο φυσικό τοπίο, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται μια συγκρουσιακή σχέση σαν ζεύγος αντίθετων δυνάμεων. Εκεί οπού εκτείνονται οι αμμόλοφοι και οι υγρότοποι εισβάλλουν οι ανθρώπινες υποδομές. Εκεί όπου τοποθετεί ο κάτοικος το καθιστικό του σκάει το κύμα της θάλασσας. To δίπολο «άστυ και μεταβαλλόμενα φυσικά όρια» αποτελεί για εμάς αφετηρία προβληματισμού και εκτενούς αναζήτησης. Η διττή φύση της ακτογραμμής είναι για εμάς έμπνευση και συνθετικό εργαλείο. Βασική μας πρόθεση είναι η δημιουργία μιας ενιαίας, συνεκτικής και εκφραστικής διαδρομής πλάι στη θάλασσα.




Η πρότασή μας εστιάζει στην ακτογραμμή της Αρτέμιδας. Βασική μας πρόθεση αποτελεί η νοητή σύνδεση των σημείων ενδιαφέροντος στα οποία εμβαθύναμε προηγουμένως. Σαν νήμα, σαν μονοκονδυλιά διαμορφώνουμε μια διαδρομή για τον πεζό και το ποδήλατο, η οποία εκκινάται από τον υδροβιότοπο/ αρχαιολογικό χώρο της Βραυρώνας, ακολουθεί την ακτογραμμή διασχίζει την περιοχή του κέντρου/ λιμανιού και καταλήγει στη αλυκή. Αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη και διακριτή ταυτότητα του κάθε τόπου, αφορμώμενοι από τα ειδικά τους χαρακτηριστικά επιλύουμε τις τρεις χωρικές ενότητες σε επίπεδο αστικού σχεδιασμού, ενώ τον μεταξύ τους παράκτιο χώρο αντιμετωπίζουμε πιλοτικά.



Η πρόθεση σε αυτό το σημείο είναι αρκετά ήπια. Στόχος είναι η ένωση του αρχαιολογικού χώρου και μουσείου με την κεντρική διαδρομή και τα υφιστάμενα μονοπάτια. Αυτό επιτυγχάνεται με την δημιουργία μιας διαδρομής - γέφυρας που λειτουργεί τμηματικά και ως σημείο στάσης και παρατήρησης της πλούσιας βιοποικιλότητας της περιοχής. Η διαδρομή κατασκευάζεται από ξύλο, είναι πασσαλόπηκτη και βρίσκεται σε απόσταση από το έδαφος. Αυτό ενδείκνυται σε αυτήν την περίπτωση καθώς, το έδαφος είναι αρκετά μαλακό, το ξύλο αποτελεί βιώσιμο και ανακυκλώσιμο υλικό και η απόστασή της από το έδαφος εξασφαλίζει την προστασία της διαδρομής κατά τις περιόδους, που ο χείμαρρος πλημμυρίζει.Επιπλέον, παρεμβαίνει ελάχιστα στο έδαφος, δεν βλάπτει την τοπική βλάστηση και επιτρέπει την ελεύθερη περιπλάνηση της πανίδας.



Η πρόθεση στο κέντρο της Αρτέμιδας αφορά την αρμονική συρραφή των ανθρωπογενών με των φυσικών στοιχείων. Η διαδρομή αποκτά πλατώματα και σημεία στάσης. Ο Ναυταθλητικός όμιλος οργανώνεται σε ένα κτίριο και η μαρίνα επισκευάζεται και επιδέχεται μια μικρή επέκταση. Η πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου επανασχεδιάζεται με γνώμονα το φυσικό φαινόμενο δημιουργίας αμμόλοφων. Ενισχύεται και σταθεροποιείται με δύο ακόμα τρόπους: αρχικά, με την προσθήκη φυτών στην ήδη υπάρχουσα αμμοθινική βλάστηση, τα οποία συγκρατούν την εισερχόμενη άμμο και έπειτα με την παρατακτική τοποθέτηση τριών πέτρινων τοίχων αντιστήριξης με κλιμακούμενο ύψος. Πάνω σε αυτούς τους τοίχους εφαρμόζεται μια σύνθεση από ξύλινα παγκάκια, τα οποία προσαρτώνται στον τοίχο με μεταλλικό σκελετό. Απέναντι από τον φυσικό αμμόλοφο διαμορφώνονται τρία τεχνητά πρανή.



Αυτά λειτουργούν όπως ο δεύτερος αμμόλοφος που θα σχηματιζόταν, αν δεν υπήρχε η ανθρώπινη παρέμβαση. Το φυσικό φαινόμενο του αμμολόφου εισάγεται ως συνθετικό εργαλείο και πράγματι ο αμμόλοφος εισβάλλει μεταφορικά και κυριολεκτικά πλέον στον αστικό ιστό και στην πλατεία. Ουσιαστικά, αποτελούν τρείς φυτεμένους λόφους οι οποίοι λειτουργούν ως το τελευταίο φίλτρο προστασίας του αστικού ιστού από την άμμο. Ανάμεσα στα πρανή και τον φυσικό αμμόλοφο φωλιάζει η πλατεία. Οριοθετείται από την φύτευση και την διαμόρφωση του εδάφους ,καθώς και από τις χαράξεις των διαδρομών και μια συστοιχία φωτιστικών στοιχείων.



Η πρόθεση στον χώρο της αλυκής αποσκοπεί επίσης, στην αρμονική συρραφή των ανθρωπογενών με των φυσικών στοιχείων. Απομακρύνεται το γήπεδο ποδοσφαίρου (προτείνεται η μεταφορά του σε κενό κοινόχρηστο δημοτικό χώρο κοντά στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της περιοχής) και στη θέση του τοποθετείται ένα αθλητικό πάρκο με κυρίως υδατοαπορροφητικές επιφάνειες. Χωμάτινες, ήπιες διαδρομές διαμορφώνονται εντός της αλυκής, οι οποίες με την άνοδο της στάθμης του νερού, γίνονται απροσπέλαστες προστατεύοντας έτσι, την πανίδα της περιοχής.



Διαδρομές που διέρχονται εντός του πάρκου και περιμετρικά της αλυκής συνδέουν τον χώρο με το αστικό τοπίο. Τα οικοδομικά απορρίμματα απομακρύνονται από την αλυκή και αξιοποιούνται στο πεδίο για τη δημιουργία πρανών. Πάνω στο πρανές ξετυλίγεται μια ανοδική χωμάτινη διαδρομή, η οποία καταλήγει σε μια ξύλινη πλατφόρμα.



Η πλατφόρμα περικλείει τον λόφο και με σταθερή κλίση, κατάλληλη για αμαξίδια και καρότσια, καταλήγει σε ένα σημείο παρατήρησης ύψους 6 μέτρων. Στην απόληξη της διαδρομής κατασκευάζουμε ένα ξύλινο κλιμακοστάσιο, για την κατακόρυφη κίνηση του πεζού και την επαναφορά τους στην κεντρική διαδρομή.


Όλα τα στοιχεία εξοπλισμού είναι σχεδιασμένα για αποσυναρμολόγηση (design for disassembly). Αυτό έχει ως σκοπό την εύκολη αλλαγή μεμονωμένων στοιχείων λόγω φθοράς -κάτι πολύ συχνό λόγω της διάβρωσης από το θαλασσινό νερό-, την γρήγορη και εύκολη, με ελάχιστη ηχητική όχληση, κατασκευή και την προστασία του περιβάλλοντος.