Δ029.19 | ΠΟΛΗ - ΚΤΙΡΙΟ - ΕΜΠΕΙΡΙΑ & Α-ΚΕΝΤΡΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

Τίτλος: Πόλη-κτίριο- εμπειρία & Α- κέντρα συστήματα οργάνωσης 
Θέμα: Μουσείο μετανάστευεσης & θερμοκοιτίδα νέων επιχειρήσεων στον επιβατικό σταθμό Αγίου Νικολάου - Παγόδα - Πειραιάς
Φοιτητής: Μπουτσίνης Κωνσταντίνος 
Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Φράγκου Διονυσία
Σχολή: Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής | Σχολή εφαρμοσμένων τεχνών & πολιτισμού | Τμήμα Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής
Χρονολογία: Φεβρουάριος 2019





1. Η ΝΕΑ ΧΡΗΣΗ
      
Οι νέες χρήσεις που προτείνονται για τον επιβατικό σταθμό Αγίου Νικολάου αφορούν στη δημιουργία:
• Μουσείου Μετανάστευσης &
• Θερμοκοιτίδας νέων επιχειρήσεων.

Μουσείο Μετανάστευσης
       
Το μεταναστευτικό είναι ένα από τα κεφαλαιώδη ζητήματα του παρελθόντος, του παρόντος αλλά και του μέλλοντος. Σκοπός του μουσείου είναι η διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης γύρω από το θέμα της μετανάστευσης, ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την Ελλάδα είτε ως τόπο φυγής είτε ως τόπο υποδοχής εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης και των κοινωνικό-πολιτικών συνθηκών κατά τη διάρκεια της ιστορίας της.

Θερμοκοιτίδα νέων επιχειρήσεων
      
Οι Θερμοκοιτίδες είναι τυποποιημένοι χώροι οι οποίοι δημιουργούνται για να παρέχουν ένα περιβάλλον που προσφέρει κοινές υποδομές και ειδικές υπηρεσίες, για ένα χρονικό διάστημα, διευκολύνοντας το ξεκίνημα και την ανάπτυξη νέων καινοτόμων επιχειρήσεων, οι οποίες στη συνέχεια μετακινούνται σε δικούς τους επαγγελματικούς χώρους και τη θέση τους στη Θερμοκοιτίδα καταλαμβάνουν άλλες νεότερες  επιχειρήσεις.

2. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Α. ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ
     
  Η προβληματική της παρούσας μελέτης αναπτύσσεται γύρω από δύο άξονες. Αρχικά στο ίδιο το αρχιτεκτονικό αντικείμενο (κτίριο) και στην αντισυμβατική του μορφή, ειδικά για τα δεδομένα της εποχής και δευτερευόντως στο ιδιαίτερο προσωνύμιο που του αποδόθηκε από τους πολίτες του Πειραιά. (Παγόδα)

Είναι σχεδόν βέβαιο το γεγονός, ότι η αναπαράσταση της ασιατικής παγόδας δεν αποτέλεσε την πηγή από την οποία απορρέει η μορφολογία της στέγης, περισσότερο θα μπορούσε να αιτιολογηθεί ως το αποτέλεσμα της αντιληπτικής ικανότητας μερίδας παρατηρητών οι οποίοι στην όψη του στεγάστρου, συνειρμικά τη συνέδεσαν με την παγόδα (βλ. Arnheim, 2007). Επικρατέστερη είναι η πως η καμπυλωτή στέγη η οποία κρέμεται από εφελκυόμενα καλώδια σχεδιάστηκε έτσι ώστε να δίνει την αίσθηση του ιστιοφόρου, μία εικόνα που «αρμόζει» περισσότερο στο μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας. Ως εκ τούτου κρίνεται αναγκαίο να εξετασθεί ο ρόλος της αναπαράστασης στην Μοντέρνα αρχιτεκτονική.

Η αρχιτεκτονική από την Αναγέννηση μέχρι το Μοντέρνο κίνημα, χρησιμοποιούσε την αναπαράσταση ως μέσο για την επιφόρτιση του αντικειμένου με έννοιες και αξίες πέρα από αυτό. Η αντικατάσταση της μιμήσεως με την συμβολική αλληγορία κατήργησε την ενότητα μεταξύ μορφής και νοήματος• πλέον αυτό που φαίνεται στο αντικείμενο δεν είναι το νόημα του αλλά ένα μήνυμα. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται από τον Alberti η θριαμβευτική αψίδα ως είσοδος σε ναούς για παράδειγμα, δηλώνοντας αλληγορικά τη νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο (Τάτλα, 2012). Έτσι, τα κτίρια της αναγέννησης έλαβαν αξία αναπαριστώντας μια αρχιτεκτονική που είχε ήδη αξία, το μήνυμα του παρελθόντος χρησιμοποιήθηκε για να επιβεβαιώσει το νόημα το παρόντος (Eisenman,1984).

Ο Μοντερνισμός ισχυρίστηκε ότι διορθώθηκε από την Αναγεννησιακή αναπαράσταση, δηλώνοντας ότι δεν ήταν αναγκαίο για την αρχιτεκτονική να αναπαριστά μια άλλη αρχιτεκτονική. Το Μοντέρνο κίνημα έθεσε ως στόχο να αλλάξει τον κόσμο παρά να τον αναπαραστήσει (Colquhoun, 1981) και εδώ εντοπίζεται η κύρια διαφορά ως προς τους στόχους του, συγκριτικά με την αρχιτεκτονική των προηγούμενων ετών. Ο σκοπός της νέας αρχιτεκτονικής ήταν να μετριάσει τις άθλιες συνθήκες των πόλεων, τις οποίες είχε δημιουργήσει η εκβιομηχάνιση (Ράπτη, 2012) παράγοντας μια κοινωνικά κατάλληλη αρχιτεκτονική. Ως εκ τούτου, η ιδεολογία του μοντέρνου εστίασε στον εκσυγχρονισμό του ανθρώπου και την εναρμόνισή του με το πνεύμα της εποχής του, ενώ οι Μοντέρνοι αρχιτέκτονες μετατράπηκαν σε κοινωνικούς οραματιστές, αγνοώντας το πώς ζούνε οι άνθρωποι και εστιάζοντας στο ιδανικό πρότυπο για το πως θα έπρεπε να ζούνε.

Η προέλευση της Μοντέρνας μορφής, όπως διατυπώθηκε στο περίφημο «form follows function», βασίστηκε στην χρηστική διάσταση του αντικειμένου ως λειτουργικού εργαλείου, απαλλαγμένο από «τα περιττά και πλεονάζοντα» στοιχεία. Οι Μοντερνιστές ήθελαν να αποδράσουν από την αναφορική μορφοποίηση που χαρακτήριζε το παρελθόν (αναφορά στο Θείο ή στη Φύση), ώστε να αποκαταστήσουν την ενότητα μεταξύ αρχιτεκτονικού αντικειμένου και νοήματος, που είχε διαρραγεί ήδη από την περίοδο της Αναγέννησης. Η πίστη στην αιτιότητα ως ορθού σημείου εκκίνησης για το σχεδιασμό, αποκαλύπτει και το στόχο της Μοντέρνας εποχής.

Ο στόχος ήταν η αναπαράσταση μιας μη αναφορικής αντικειμενικότητας. Αυτή η διαδικασία περιορισμού ονομάστηκε αφαίρεση. Μια κολόνα δίχως βάση και κιονόκρανο εθεωρείτο πως ενσάρκωνε την λειτουργία με μεγαλύτερη ειλικρίνεια από ότι μια κολόνα με βάση και κιονόκρανο.

Αυτός ο περιορισμός σε απλή λειτουργικότητα δεν αποτελούσε, στην πραγματικότητα, αφαίρεση.  Ήταν μια προσπάθεια αναπαράστασης της ίδιας της πραγματικότητας. Οι αντικειμενικές μορφές τους δεν ξέφυγαν ποτέ από την παράδοση. Ήταν απλώς απογυμνωμένες μορφές οι οποίες αναφέρονταν σε ένα νέο σύνολο δεδομένων (λειτουργία, τεχνολογία). Έτσι οι οικίες του Le Corbusier που μοιάζουν με μοντέρνα ατμόπλοια ή διπλανά παρουσιάζουν την ίδια αναφορική στάση απέναντι στην αναπαράσταση όπως ένα αναγεννησιακό κτίριο (Eisenman,1984). Τα σημεία αναφοράς αλλάζουν, αλλά οι συνέπειες για το αντικείμενο είναι οι ίδιες. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία καθίστανται αντιπροσωπευτικά σχήματα που φέρουν ένα ασαφές νοηματικό βάρος.

Σε όλο αυτό το διάστημα, από την Αναγέννηση μέχρι το Μοντέρνο κίνημα, αμετάβλητος παρέμεινε ο ρόλος του αρχιτέκτονα ως κέντρο λήψης των αποφάσεων κατά την διάρκεια της συνθετικής διαδικασίας. Το Μοντέρνο ωστόσο όχι μόνο διατήρησε αναλλοίωτο αυτό τον ρόλο αλλά τον ενίσχυσε. Όπως προαναφέρθηκε παραπάνω, ο ρόλος του αρχιτέκτονα αναβαθμίζεται την περίοδο αυτή, αφού πλέον λειτουργεί ως κοινωνικός οραματιστής. Η Μοντέρνα αρχιτεκτονική δεν ασχολείται με το πώς ζουν οι άνθρωποι αλλά με το πώς θα έπρεπε να ζουν (Brolin,1978).

Β. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
      
Η θεωρητική προσέγγιση της πρότασης βασίζεται στον φιλοσοφικό λόγο των Deleuze και Guattari και την σύγκριση που κάνουν μεταξύ δενδρικών- ιεραρχικών δομών και ριζωμάτων (Deleuze&Guattari,1980). Στην περίπτωση των ιεραρχικών δομών, τα διαφορετικά στοιχεία όπου τις απαρτίζουν, κατανέμονται σε επιμέρους στρώσεις, ενώ, στις ριζωματικές, συνδέονται και αλληλεπιδρούν άμεσα (Χρυσοχοϊδη, 2011).

Οι ιεραρχικές δομές αποτελούνται από ομογενή στοιχεία κατανεμημένα σε επιμέρους στρώσεις και όπου η λήψη των αποφάσεων γίνεται κεντρικά. Οι δομές αυτές είναι κατά τους Deleuze & Guattari, γραμμωτές ή εγχαραγμένες και η υλική τους έκφραση θα μπορούσε να περιγραφεί ως σταθερή και άκαμπτη. Οι ριζωματικές δομές από την άλλη, αποτελούνται από ετερογενή στοιχεία, που συνυπάρχουν σε ένα σύστημα σε ισορροπία, ενώ η λήψη αποφάσεων είναι αποκεντρωμένη. Σε αντίθεση με τις γραμμωτές δομές οι ριζωματικές δομές είναι λείες και η υλικότητα τους θα μπορούσε να περιγραφεί ως εύκαμπτη, ευέλικτη με αντοχή σε εξωγενείς πιέσεις.

Η καλύτερη κατανόηση των παραπάνω θα μπορούσε να επιτευχθεί μελετώντας κοινωνικές δομές υπό αυτό το πρίσμα. Στις ιεραρχικές κοινωνίες, οι άνθρωποι κατατάσσονται σε διαστρωματώσεις, ανάλογα με την καταγωγή τους, το εισόδημα τους, το μορφωτικό τους επίπεδο κτλ. Όλες οι στρώσεις μαζί δημιουργούν μια πυραμίδα, στην βάση της οποίας είναι οι πιο αδύναμοι ιεραρχικά ενώ στην κορυφή η ελίτ η οποία λαμβάνει και της αποφάσεις.
Στον αντίποδα οι νομάδες στις στέπες αποτελούν κοινωνία δικτύου. Δεν υπάρχει ιεραρχία ή κεντρικό σύστημα λήψης αποφάσεων. Τα μέλη της αναλαμβάνουν πρωτοβουλία, και λειτουργούν ως ισότιμη μονάδα στο σύνολο. […] Το περιβάλλον συνεχώς μεταβάλλεται. Τέτοιες δομές αντέχουν στο χρόνο μέχρι σήμερα. Η σημερινή δυτική κοινωνία είναι συνδυασμός των ιεραρχικών και ριζωματικών δομών (Χρυσοχοϊδη, 2011).

Αντίστοιχη είναι η σύγκριση «Πρωτεύουσας και Μητρόπολης» που επιχειρεί η Anne Querrien. Η πρωτεύουσα προσπαθεί να υποτάξει τον πληθυσμό της σε μια κοινή κληρονομιά και να διασώσει την ταυτότητα της (Querrien1986). Οι κάτοικοί της έχουν κοινή ιστορική κληρονομιά, κοινή θρησκεία, παραδόσεις, ήθη και έθιμα. Η κοινωνική δομή είναι σε μορφή πυραμίδας, ενώ η λήψη αποφάσεων γίνεται κεντρικά. Αντίθετα η Μητρόπολη απαρτίζεται
από πολίτες διαφορετικής καταγωγής όπου η κάθε ομάδα αφήνει το δικό της κοινωνικό, ιστορικό και χωρικό αποτύπωμα. Η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται στο εμπόριο και την αγοροπωλησία αγαθών και υπηρεσιών. 

Οι αποφάσεις εξακολουθούν μεν να λαμβάνονται κεντρικά, όμως το πολιτικό πρόγραμμα συχνά εμποδίζεται μέσω απεργιών, οι κανόνες καταπατούνται ενώ αυτόνομες μονάδες λαμβάνουν πρωτοβουλία και αυτό-οργανώνονται (π.χ. υπαίθριες αγορές χωρίς άδεια) ενώ λόγω των ανεξάρτητων, ιδιωτικών δυνάμεων του εμπορίου και του τύπου δημιουργείται ένα παράλληλο δίκτυο δυνάμεων και άσκησης εξουσίας (Χρυσοχοϊδη, 2011). Να σημειωθεί εδώ
πως οι περισσότερες σύγχρονες ιστορικές μεγαλουπόλεις συνδυάζουν, περισσότερο ή λιγότερο στοιχεία και από τις δύο κατηγορίες.

Σε αναλογία η αρχιτεκτονική σύνθεση κατά την περίοδο του Μοντερνισμού θα μπορούσε να παραλληλιστεί με τις ιεραρχικές δομές. Το αρχιτεκτονικό πρόβλημα διαιρείται και ταξινομείται στα επιμέρους σκέλη του (πρόγραμμα, λειτουργία, μορφή) ως απόρροια του επιστημονικού σκέπτεσθαι και της Καρτεσιανής μεθόδου. Κατά τον Καρτέσιο και σε αντίθεση με το μυθολογικό σκέπτεσθαι που επιχειρεί τη συνολική κατανόηση του σύμπαντος υπό την μορφή του μύθου, το επιστημονικό σκέπτεσθαι διαιρεί τη δυσκολία σε τόσο πολλά μέρη όσο είναι απαραίτητο για να βρεθεί η λύση (LeviStrauss, 1986). Μετέπειτα ο αρχιτέκτονας σε ρόλο αυστηρού προγραμματιστή αποτελεί το κέντρο ελέγχου της δομής έχοντας τον πλήρη έλεγχο από την αρχή μέχρι το τέλος της διαδικασίας.

Γ. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Βασικός στόχος της πρότασης είναι η δημιουργία μιας διαδικασίας που προσπαθεί πρώτον, να αποδεσμευτεί από την αναφορική μορφοποίηση του αρχιτεκτονικού αντικειμένου, την αναπαράσταση δηλαδή αξιών και αντικειμένων έξω από τη σφαίρα της αρχιτεκτονικής. Δεύτερον η αρχιτεκτονική αυτή επιδιώκει να αποκαθηλώσει τον αρχιτέκτονα από το ρόλο του αυστηρού προγραμματιστή και του κέντρου λήψης όλων των αποφάσεων.

Το κτίριο

Το κτίριο εκφράζεται μέσω των ιδιαίτερων στοιχείων του (χαράξεις, όγκοι κτλ), στοιχεία που αναπόφευκτα μετέχουν στον σχεδιασμό.


Επανάκτηση

Αφορά την επανάκτηση του κτιρίου από την πόλη. Εκφράζεται χωρικά μέσω του αστικού κανάβου ο οποίος
προεκτείνεται και εντάσσεται στο εσωτερικό του κτιρίου. Το κτίριο ως επιβατικός σταθμός ήταν σχεδιασμένο έτσι
ώστε να έρχεται σε διάλογο με το λιμάνι, ακολουθώντας τις χαράξεις του λιμένος και διακόπτοντας την σύνδεση
του με την πόλη.





Εμπειρία

Βασική επιδίωξη ήταν οι δύο λειτουργίες του χώρου να μην διαχωριστούν και να μην κατανεμηθούν είτε κατακόρυφα είτε οριζόντια στο κτίριο όντας η μία απομονωμένη από την άλλη αλλά να συνυπάρχουν σε έναν ενιαίο χώρο χωρίς συρραφές και σαφή όρια.

Στην πράξη, δημιουργήθηκαν διαδρομές-σενάρια με την αλληλουχία των λειτουργιών μέσα στο χώρο, διαφορετικά για κάθε όροφο. Οι χώροι αυτοί με την σειρά τους διασκορπίστηκαν τυχαία μέσα στο κτίριο δημιουργώντας πολλαπλές διαφορετικές πιθανές σχέσεις, διατάξεις και πορείες εκ των οποίων απομονώθηκαν και επιλέχθηκαν οι πιο σύντομες. Τέλος, αυτές οι νέες πορείες ευθυγραμμίστηκαν τόσο με τις χαράξεις του κτιρίου όσο και με αυτές του αστικού περιβάλλοντος.

Το αποτέλεσμα ουσιαστικά αφορά ένα διάγραμμα που εμπεριέχει την οργάνωση του χώρου (λειτουργίες) και των βασικών χαράξεων του, βασισμένων στα προηγούμενα (κτίριο και αστικός κάναβος). Σε αυτό το πλαίσιο η συνθετική διαδικασία αφήνει τους τρείς αυτούς διαφορετικούς άξονες να αλληλοεπιδράσουν ελεύθερα ενώ ο συνθετικός ρόλος έγκειται στον έλεγχο της διαδικασίας και όχι του αποτελέσματός της, αφήνοντας έτσι το περιθώριο απρόσμενων συμβάντων και σχέσεων να αναδυθούν χωρίς να υπάρχει προκαθορισμένος στόχος και τέλος.










  
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΟΨΗΣ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΚΕΛΥΦΟΥΣ

Η προηγούμενη χρήση στέγαζε τις αποθήκες του Επιβατικού Σταθμού συνεπώς, δεν υπήρχε κάποιο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον στις όψεις, ανάλογο της νέας χρήσης του κτιρίου. Για να αντιμετωπισθεί αυτή η κατάσταση, ένα δεύτερο  κέλυφος σχεδιάζεται, όπου με την χρήση αλγόριθμου μεταβάλλεται η πυκνότητά του ώστε να εξασφαλιστεί ο επαρκής ηλιασμός στις περιπτώσεις ανοιγμάτων.










“Πως θα ξημερώσει μια μέρα - Ποιός ξέρει!
Νιώθουμε όμως να πλησιάζει το πρωί. Δεν περιπλανιόμαστε πια γοητευμένοι από το φεγγάρι, ονειροπαρμένοι στο ωχρό φως της ιστορίας.
Ένας ψυχρός πρωινός αέρας μας περιλούζει:
Όποιος δεν θέλει να ξεπαγιάσει, περπατάει.”

(Taut, 1921)